Γράφει η Κυριακή Παπαγιατζόγλου
Ένα ακόμη επεισόδιο έντασης ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και τον Τύπο ήρθε να προστεθεί στη μακρά αλυσίδα αντιπαραθέσεων, όταν επιμένουν σε δύσκολες ερωτήσεις. Αυτή τη φορά, στο επίκεντρο βρέθηκε η δημοσιογράφος του CNN, Kaitlan Collins, η οποία τόλμησε να θέσει ερωτήματα για την υπόθεση Έπσταϊν και τις νέες αποκαλύψεις που τη συνοδεύουν.
Αντί για σαφείς απαντήσεις, ο Τραμπ επέλεξε να αλλάξει το πεδίο της συζήτησης, στρέφοντάς την σε προσωπικά σχόλια και επιθέσεις προς τη δημοσιογράφο. Με απαξιωτικές αναφορές στο ύφος της, τη στάση της και στο ίδιο το μέσο που εκπροσωπεί, επιχείρησε να αποδυναμώσει το περιεχόμενο των ερωτήσεων, μετατρέποντας μια θεσμική διαδικασία σε προσωπική αντιπαράθεση.

Το περιστατικό δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός. Αντιθέτως, εντάσσεται σε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο αντιδράσεων, στο οποίο οι επίμονες δημοσιογραφικές ερωτήσεις αντιμετωπίζονται με επιθετικό τόνο, ειρωνεία ή δημόσια απαξίωση. Πολλοί παρατηρητές επισημαίνουν ότι τέτοιες πρακτικές λειτουργούν αποτρεπτικά για τον δημόσιο διάλογο και στέλνουν ένα σαφές μήνυμα: όποιος επιμένει στη λογοδοσία, γίνεται στόχος.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε το γεγονός ότι η αντιπαράθεση αφορούσε ερωτήματα για τις επιζήσασες κακοποίησης στην υπόθεση Έπσταϊν — ένα θέμα με έντονη κοινωνική και ηθική φόρτιση. Αντί η συζήτηση να παραμείνει στην ουσία, μετατοπίστηκε σε χαρακτηρισμούς και κατηγορίες περί «ανεντιμότητας» των μέσων ενημέρωσης, ενισχύοντας την εικόνα μιας συγκρουσιακής σχέσης με τον Τύπο.
Το νέο αυτό επεισόδιο επαναφέρει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα: πώς αντιμετωπίζεται η ελεύθερη δημοσιογραφία όταν ασκεί τον ρόλο της και θέτει ερωτήματα που ενοχλούν την εξουσία; Για τους επικριτές του Τραμπ, η απάντηση μοιάζει ολοένα και πιο ξεκάθαρη — με ένταση, προσωπικές επιθέσεις και μια διαρκή προσπάθεια απαξίωσης της ίδιας της ερώτησης.
