Γράφει η Άννα Κωνσταντινίδη Απέργη, Special Advisor – Diversity Charter Greece
Ο χειμώνας συχνά περιγράφεται ως μια εποχή θαλπωρής, οικογενειακής – σπιτικής ζεστασιάς. Όμως, αυτό το αφήγημα δεν αφορά όλα τα άτομα. Για πολλούς συνανθρώπους μας, ο χειμώνας είναι μια περίοδος που εντείνει υπάρχουσες ανισότητες και φέρνει στην επιφάνεια κοινωνικές αδυναμίες που παραμένουν αόρατες τον υπόλοιπο χρόνο.
Η ενεργειακή φτώχεια είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική έκφραση αυτής της εποχικής ανισότητας. Στην Ελλάδα, χιλιάδες νοικοκυριά αδυνατούν να διατηρήσουν επαρκή θέρμανση, με άμεσες επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική υγεία. Παρότι το δικαίωμα σε αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης κατοχυρώνεται τόσο μέσα από τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, αλλά και από το ίδιο μας το Σύνταγμα, η πραγματικότητα δείχνει ότι η πρόσβαση σε επαρκή θέρμανση και γενικότερα στην ενέργεια παραμένει άνιση και συχνά εξαρτάται από κοινωνικούς, οικογενειακούς και θεσμικούς παράγοντες.
Οι ανισότητες αυτές γίνονται ακόμη πιο έντονες εάν εξετάσουμε την εμπειρία και το βίωμα των ανάπηρων ατόμων. Ο χειμώνας επιβαρύνει την κινητικότητα, την πρόσβαση σε υπηρεσίες και γενικότερα την ανεμπόδιστη μετακίνηση τους στον δημόσιο χώρο. Παρά το γεγονός ότι η Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ανάπηρων Ατόμων, την οποία έχει κυρώσει η χώρα μας, επιβάλλει τον καθολικό σχεδιασμό και την προσβασιμότητα, οι πόλεις μας εξακολουθούν να είναι θα λέγαμε «εχθρικές», ιδιαίτερα σε συνθήκες κακοκαιρίας.
Παράλληλα, ο χειμώνας είναι εξαιρετικά σκληρός για τα άτομα που βρίσκονται υπό καθεστώς αστεγίας, για άτομα μεγαλύτερων ηλικιών που ζουν μόνα, αλλά και για μονογονεϊκές οικογένειες που καλούνται να διαχειριστούν τα αυξημένα έξοδα με περιορισμένους έως ελάχιστους -για να μην πω μηδαμινούς- πόρους. Η κοινωνική πολιτική συχνά ενεργοποιείται αποσπασματικά και προσωρινά, μέσα από έκτακτα μέτρα, αντί να βασίζεται σε ένα μόνιμο πρόγραμμα με σταθερό πλαίσιο πρόληψης και φροντίδας. Κι όμως μαντέψτε, τόσο η εθνική νομοθεσία όσο και το ευρωπαϊκό δίκαιο αναγνωρίζουν την υποχρέωση του κράτους να προστατεύει τα πιο ευάλωτα άτομα, ιδιαίτερα σε περιόδους αυξημένου κινδύνου, στην πράξη όμως δεν εφαρμόζεται σχεδόν τίποτε.
Διαβάστε επίσης: Ασφαλείς Δήμοι, δεν είναι οι «ουδέτεροι» Δήμοι, αλλά οι συμπεριληπτικοί
Μέσα σε αυτό το τοπίο ανισοτήτων, συχνά απουσιάζει εντελώς από τη δημόσια συζήτηση η εμπειρία των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, και ειδικότερα των τρανς συνανθρώπων μας. Είναι σαν να μην υπάρχουν πουθενά. Για πολλά τρανς πρόσωπα, ο χειμώνας σημαίνει μεγαλύτερη απομόνωση, αυξημένη επισφάλεια στη στέγαση και δυσκολότερη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και κοινωνικής πρόνοιας. Οι διακρίσεις και οι αποκλεισμοί κυρίως στον εργασιακό χώρο, αλλά και στη στέγαση, παρά τις ρητές απαγορεύσεις που προβλέπονται από την ελληνική νομοθεσία για την ίση μεταχείριση λόγω έκφρασης, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού, παραμένουν καθημερινό βίωμα – μαρτύριο.
Επιπλέον, για τα τρανς άτομα, η έλλειψη ασφαλών χώρων φιλοξενίας, ιδιαίτερα σε περιόδους ψύχους, δημιουργεί πραγματικούς κινδύνους τόσο για την υγεία τους, όσο και για την ίδια τους τη ζωή. Οι κοινωνικές δομές δεν είναι εκπαιδευμένες σε τέτοιο σημείο ώστε να υποδεχτούν τρανς/φυλοδιαφορετικά πρόσωπα με απόλυτο σεβασμό στην ταυτοτική τους υπόσταση, γεγονός που οδηγεί πολλά άτομα στην αποφυγή υπηρεσιών που υποτίθεται ότι υπάρχουν για την προστασία τους. Η συμπερίληψη λοιπόν, είναι όπως βλέπουμε και ζήτημα ασφάλειας.
Ο χειμώνας, λοιπόν, λειτουργεί σαν μεγεθυντικός φακός. Φωτίζει τις ανισότητες που υπάρχουν ήδη και μας αναγκάζει να δούμε ποια άτομα έχουν πραγματική πρόσβαση στη φροντίδα και ποια μένουν εκτός.
Αν θέλουμε να μιλάμε σοβαρά για συμπερίληψη, οφείλουμε να σχεδιάζουμε πολιτικές και πρακτικές που λαμβάνουν υπόψη τη διασταύρωση των ταυτοτήτων και των εμπειριών. Να αναγνωρίζουμε ότι δεν βιώνουν όλοι οι συνάνθρωποί μας τον χειμώνα με τον ίδιο τρόπο και ότι η ισότητα δεν επιτυγχάνεται με οριζόντια μέτρα, αλλά με στοχευμένες παρεμβάσεις που αφήνουν χώρο για κάθε άτομο, χωρίς εξαιρέσεις.
Ο χειμώνας λοιπόν δεν είναι ίδιος για όλα τα άτομα. Το ερώτημα που τίθεται είναι, το εάν εμείς, ως κοινωνία το αναγνωρίζουμε, το παραδεχόμαστε και είμαστε σε ετοιμότητα να δράσουμε ανάλογα!
