Η παιδική προστασία δεν αρχίζει όταν ένα περιστατικό κακοποίησης φτάσει στις αρμόδιες αρχές. Αρχίζει πολύ νωρίτερα: από την πρόληψη, την έγκαιρη αναγνώριση των σημαδιών και τη δημιουργία ενός δικτύου ανθρώπων και υπηρεσιών που δεν αφήνει κανένα παιδί αόρατο.
Αυτό ήταν ένα από τα βασικά μηνύματα της Υπουργού Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Δόμνας Μιχαηλίδου, στην ημερίδα του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΚΑ) με θέμα «Παιδική κακοποίηση: Από την αναγνώριση στην προστασία», που πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026 στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς.
«Η ευθύνη όλων μας αρχίζει πριν από την καταγγελία. Αρχίζει από την πρόληψη, από τη στήριξη της οικογένειας και από την παρουσία ενηλίκων ικανών να προσέξουν μια αλλαγή στη συμπεριφορά, μια απουσία, έναν φόβο που επιμένει», ανέφερε η Υπουργός.
Στο επίκεντρο της τοποθέτησής της βρέθηκε ένα μοντέλο παιδικής προστασίας που επιχειρεί να αντιμετωπίζει κάθε παιδί ως ξεχωριστή περίπτωση, με τις δικές του ανάγκες, δυσκολίες και προοπτικές. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στα παιδιά που συχνά αντιμετωπίζουν περισσότερα εμπόδια στην εύρεση ενός σταθερού οικογενειακού περιβάλλοντος, όπως τα μεγαλύτερα παιδιά και τα παιδιά με αναπηρία.

Από τη διαχείριση μιας δομής στην προοπτική κάθε παιδιού
Η Δόμνα Μιχαηλίδου έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην αλλαγή της φιλοσοφίας της παιδικής προστασίας τα τελευταία χρόνια: το κέντρο βάρους μετακινείται από τη διαχείριση των δομών στην αναζήτηση της καταλληλότερης λύσης για κάθε παιδί.
«Ξεκινάμε από το παιδί», σημείωσε χαρακτηριστικά. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι για κάθε παιδί που βρίσκεται σε Μονάδα Παιδικής Προστασίας εξετάζεται ποια μπορεί να είναι η καλύτερη προοπτική για τη ζωή του: η επιστροφή στη φυσική οικογένεια, όταν αυτό είναι ασφαλές και εφικτό, η αναδοχή, η υιοθεσία ή, για μεγαλύτερους εφήβους, η προετοιμασία για ημιαυτόνομη και στη συνέχεια ανεξάρτητη διαβίωση.
Η προσέγγιση αυτή συνδέεται άμεσα με την αποϊδρυματοποίηση και την κοινωνική συμπερίληψη. Στόχος είναι η παραμονή σε μια δομή να μην αντιμετωπίζεται ως μόνιμη λύση, αλλά να αναζητείται για κάθε παιδί μια σταθερή προοπτική ζωής, με ασφάλεια, φροντίδα και ουσιαστικές ευκαιρίες ένταξης.
Περισσότερα από 1.500 παιδιά εκτός ιδρυματικού περιβάλλοντος
Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην ημερίδα αποτυπώνουν την εξέλιξη αυτής της προσπάθειας. Σύμφωνα με το ΕΚΚΑ, την 1η Ιουλίου 2026 φιλοξενούνταν σε Μονάδες Παιδικής Προστασίας 1.017 ανήλικοι, έναντι περίπου 2.200 το 2019.
Από το 2019 έως την 1η Ιουλίου 2026, περισσότερα από 1.500 παιδιά έχουν αποχωρήσει από το ιδρυματικό περιβάλλον. Παράλληλα, έως τον Ιούλιο, 147 έφηβοι και νέοι είχαν ενταχθεί σε Μονάδες Ημιαυτόνομης Διαβίωσης. Εκεί υποστηρίζονται ώστε να αποκτήσουν πρακτικές και κοινωνικές δεξιότητες, να ενισχύσουν την αυτονομία τους και να προετοιμαστούν για την ανεξάρτητη ενήλικη ζωή.
Για τη Δόμνα Μιχαηλίδου, ωστόσο, οι αριθμοί δεν αποτελούν λόγο εφησυχασμού. «Μαζί με κάθε παιδί που βγαίνει από μια μονάδα, όμως, πρέπει να βλέπουμε και τα παιδιά που παραμένουν εκεί. Οι 1.017 ανήλικοι είναι η ευθύνη που έχουμε σήμερα μπροστά μας», τόνισε.
Ένα σύστημα που δεν αφήνει κανένα παιδί πίσω
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η προσπάθεια να δημιουργηθεί μια σαφής διαδρομή προστασίας από τη στιγμή που εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια κινδύνου. Όπως περιέγραψε η Υπουργός, αυτή η διαδρομή περιλαμβάνει αναγνώριση του κινδύνου, αναφορά, καταγραφή, παρακολούθηση και τελικά προστασία.
Σε αυτή την αλυσίδα κρίσιμο ρόλο έχουν οι άνθρωποι που βρίσκονται καθημερινά κοντά στα παιδιά: εκπαιδευτικοί, γιατροί, κοινωνικοί λειτουργοί και άλλοι επαγγελματίες. Είναι συχνά εκείνοι που μπορούν πρώτοι να αντιληφθούν μια αλλαγή στη συμπεριφορά ή ένα επίμονο σημάδι φόβου και να ενεργοποιήσουν τον μηχανισμό προστασίας.
Η πρόληψη, η αποϊδρυματοποίηση και η συμπερίληψη αποτελούν έτσι διαφορετικές πλευρές της ίδιας πολιτικής κατεύθυνσης: ένα σύστημα που δεν αρκείται στο να απομακρύνει ένα παιδί από τον κίνδυνο, αλλά αναλαμβάνει την ευθύνη για το τι θα συμβεί στη ζωή του την επόμενη ημέρα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Δόμνα Μιχαηλίδου έχει θέσει ιδιαίτερα ψηλά στην ατζέντα την αναδοχή, καλώντας περισσότερους πολίτες να ενημερωθούν και να εξετάσουν αυτή τη δυνατότητα.
Το κάλεσμα αφορά ιδιαίτερα τα μεγαλύτερα παιδιά και τα παιδιά με αναπηρία, τα οποία συχνά περιμένουν περισσότερο μέχρι να βρεθεί το κατάλληλο οικογενειακό περιβάλλον.
Το μήνυμα που προκύπτει από τις παρεμβάσεις και τα στοιχεία είναι σαφές: η παιδική προστασία δεν μετριέται μόνο από το πόσο γρήγορα αντιδρά το κράτος σε μια καταγγελία. Μετριέται και από το αν μπορεί να προλάβει τον κίνδυνο, να δώσει σε ένα παιδί εναλλακτική απέναντι στην ιδρυματοποίηση και, κυρίως, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε κάθε παιδί —ανεξάρτητα από ηλικία, αναπηρία ή οικογενειακό υπόβαθρο— να έχει πραγματική προοπτική ασφάλειας, συμμετοχής και συμπερίληψης.

