Γράφει η Ελπίδα Κοντομάρου, Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια, MSc Ψυχική Υγεία Εφήβων Γνωσιακή – Συμπεριφορική Προσέγγιση (CBT)
Πολλοί γονείς παρατηρούν ότι στην εφηβεία το παιδί τους αρχίζει να μιλά λιγότερο, να αποσύρεται στο δωμάτιό του ή να αποφεύγει συζητήσεις για το σχολείο, τους φίλους ή την καθημερινότητά του. Αυτή η αλλαγή συχνά δημιουργεί ανησυχία και ερωτήματα: είναι φυσιολογικό; μήπως κάτι δεν πάει καλά; πρέπει να επιμείνουμε ή να περιμένουμε;
Η επιστημονική έρευνα δείχνει ότι ένα μέρος αυτής της αποστασιοποίησης είναι φυσιολογικό στην εφηβεία. Οι έφηβοι βρίσκονται σε μια περίοδο όπου αναπτύσσουν την αυτονομία τους και προσπαθούν να διαμορφώσουν τη δική τους ταυτότητα. Σε αυτή τη διαδικασία είναι συνηθισμένο να μειώνεται προσωρινά η επικοινωνία με τους γονείς, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει πρόβλημα (Laursen & Collins, 2009; Zimmer-Gembeck & Van Petegem, 2017).
Παράλληλα όμως, η έρευνα δείχνει ότι η ποιότητα της επικοινωνίας μεταξύ γονέων και εφήβων αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους προστατευτικούς παράγοντες για την ψυχική υγεία των νέων. Όταν υπάρχει ανοιχτή και υποστηρικτική επικοινωνία, οι έφηβοι εμφανίζουν λιγότερα συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης και μεγαλύτερη συναισθηματική ασφάλεια (Zapf et al., 2024; Kapetanovic & Boson, 2022).
Η αποστασιοποίηση μπορεί να έχει διαφορετικές αιτίες. Σε πολλές περιπτώσεις σχετίζεται απλώς με την ανάγκη για περισσότερη ανεξαρτησία. Άλλες φορές όμως μπορεί να συνδέεται με σχολικό άγχος, δυσκολίες στις σχέσεις με συνομηλίκους, χαμηλή αυτοεκτίμηση ή δυσκολία διαχείρισης συναισθημάτων. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο έφηβος μπορεί να δυσκολεύεται να εκφράσει αυτό που βιώνει και να επιλέγει τη σιωπή ως τρόπο προστασίας.
Είναι σημαντικό επίσης να θυμόμαστε ότι οι έφηβοι δεν σταματούν να χρειάζονται τους γονείς τους, ακόμη κι όταν φαίνεται ότι απομακρύνονται. Αντίθετα, η έρευνα δείχνει ότι η συναισθηματική σύνδεση με την οικογένεια παραμένει βασικός παράγοντας για την ψυχική ισορροπία τους σε αυτή την ηλικία (Ryan & Lynch, 1989; Soenens et al., 2019).
Σε αυτή τη φάση, ο τρόπος με τον οποίο αντιδρούν οι γονείς παίζει καθοριστικό ρόλο. Η πίεση για άμεσες απαντήσεις ή η συνεχής επιμονή μπορεί να δυσκολέψει ακόμη περισσότερο την επικοινωνία. Αντίθετα, βοηθά όταν οι γονείς δείχνουν διαθεσιμότητα χωρίς πίεση, ενδιαφέρον χωρίς κριτική και σταθερότητα χωρίς υπερβολικό έλεγχο.
Μερικές πρακτικές που μπορούν να βοηθήσουν είναι η επιλογή κατάλληλων στιγμών για συζήτηση, η αποφυγή επικριτικού τόνου, η ενεργητική ακρόαση και η αποδοχή των συναισθημάτων του εφήβου ακόμη κι όταν δεν συμφωνούμε με αυτά. Συχνά οι πιο ουσιαστικές συζητήσεις δεν γίνονται μετά από ερωτήσεις, αλλά μέσα από καθημερινές κοινές στιγμές.
Εξίσου σημαντικό είναι οι γονείς να λειτουργούν ως παράδειγμα επικοινωνίας. Όταν ένας έφηβος αισθάνεται ότι μπορεί να μιλήσει χωρίς φόβο κριτικής ή τιμωρίας, είναι πιο πιθανό να μοιραστεί όσα τον απασχολούν. Η αίσθηση ασφάλειας στη σχέση με τους γονείς αποτελεί βασική προϋπόθεση για να παραμείνει ανοιχτός ο δίαυλος επικοινωνίας.
Τελικά, το ζητούμενο δεν είναι να μιλά ο έφηβος συνεχώς με τους γονείς του, αλλά να γνωρίζει ότι μπορεί να το κάνει όταν το χρειαστεί. Σε μια περίοδο όπου η αυτονομία αυξάνεται και οι αλλαγές είναι πολλές, η παρουσία ενός σταθερού και διαθέσιμου γονέα λειτουργεί ως σημαντικό σημείο αναφοράς για την ανάπτυξη και την ψυχική ισορροπία του παιδιού.
