Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαντά στην οπισθοδρόμηση και στην καταπάτηση των ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωμάτων

4 Ελάχιστη ανάγνωση

Γράφει η Άννα Κωνσταντινίδη Απέργη, Special Advisor – Diversity Charter Greece

Η πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), επί της νομοθεσίας της Ουγγαρίας (LXXIX/2021) για την αποκαλούμενη «ΛΟΑΤ προπαγάνδα" (Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ουγγαρίας – υπόθεση C-769/22), συνιστά μία από τις πιο καθαρές τοποθετήσεις του ενωσιακού δικαίου απέναντι σε φαινόμενα θεσμικής οπισθοδρόμησης..

Το ΔΕΕ, δεν περιορίστηκε σε έναν τυπικό έλεγχο συμβατότητας με επιμέρους οδηγίες, αλλά προσέγγισε τη ρύθμιση υπό το πρίσμα του άρθρου 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, αναδεικνύοντας ότι οι θεμελιώδεις αξίες της Ένωσης και κυρίως η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η ισότητα και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είναι δεσμευτικές. Με τον τρόπο αυτό, το ΔΕΕ επιβεβαιώνει ότι δεν υφίσταται «ρυθμιστική ουδετερότητα" όταν το αποτέλεσμα μιας εθνικής ρύθμισης είναι ο στιγματισμός και ο αποκλεισμός μίας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας.

Ειδικότερα, η εξίσωση της ΛΟΑΤΚΙ+ ορατότητας με επιβλαβές περιεχόμενο για ανηλίκους, κρίθηκε ότι προσβάλλει τον πυρήνα δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η ελευθερία της έκφρασης και πληροφόρησης, καθώς και η αρχή της μη διάκρισης. Η επίκληση της «προστασίας των ανηλίκων" αποδομείται νομικά, καθώς δεν μπορεί να λειτουργήσει ως γενική ρήτρα περιορισμού όταν στερείται αναλογικότητας και οδηγεί σε συστηματική αποσιώπηση ταυτοτήτων και εμπειριών.

Η σημασία της απόφασης, ωστόσο, υπερβαίνει τα στενά όρια της συγκεκριμένης υπόθεσης. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο, όπου καταγράφεται τα τελευταία χρόνια μια σαφής τάση οπισθοχώρησης σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ιδίως δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ+ προσώπων. Η νομική γλώσσα της «προστασίας", της «παράδοσης" ή της «δημόσιας ηθικής", επανέρχεται ως εργαλείο αναδιάρθρωσης του πεδίου των δικαιωμάτων, επιχειρώντας να μετατοπίσει το όριο του ανεκτού.

Διαβάστε επίσης: Απόφαση-ορόσημο του ΔΕΕ. Απαιτεί νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου σε όλα τα κράτη μέλη

Σε αυτό το περιβάλλον, η απόφαση του ΔΕΕ λειτουργεί ως ανάχωμα. Θέτει σαφή όρια στην επίκληση της εθνικής ταυτότητας ή της διακριτικής ευχέρειας των κρατών-μελών, υπενθυμίζοντας ότι η συμμετοχή στην Ένωση προϋποθέτει συμμόρφωση με ένα κοινό αξιακό και νομικό κεκτημένο.

Η συζήτηση αυτή δεν μπορεί να αφήνει εκτός την Ελλάδα. Τα τελευταία δύο χρόνια παρατηρείται μια εμφανής νομοθετική αδράνεια σε ό,τι αφορά την περαιτέρω κατοχύρωση και διεύρυνση των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ+ προσώπων και, ευρύτερα, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η απουσία ουσιαστικών πρωτοβουλιών δεν είναι καθόλου ουδέτερη. Δημιουργεί ένα κενό, το οποίο συχνά καταλαμβάνεται από την εντεινόμενη ρητορική μίσους στον δημόσιο λόγο, ακόμη και από πολιτικά πρόσωπα.

Η εμπειρία δείχνει ότι η οπισθοδρόμηση δεν εκδηλώνεται πάντοτε μέσω αιφνίδιων, θεαματικών τομών. Συχνότερα, συντελείται μέσω της σταδιακής αποδυνάμωσης των εγγυήσεων, της καθυστέρησης θεσμικών παρεμβάσεων και της κανονικοποίησης λόγων που στοχοποιούν ευάλωτες ομάδες. Η απουσία εξέλιξης του δικαίου, σε συνδυασμό με την όξυνση του δημόσιου λόγου, μπορεί να λειτουργήσει ως προθάλαμος περιορισμών.

Υπό αυτό το πρίσμα, η απόφαση του ΔΕΕ δεν αφορά μόνο την υποχρέωση συμμόρφωσης ενός κράτους-μέλους, της Ουγγαρίας στην προκειμένη περίπτωση, αλλά αποτελεί ένα ερμηνευτικό εργαλείο και ένα πολιτικό μήνυμα προς το σύνολο της ΕΕ, ότι τα δικαιώματα δεν είναι στατικά, αλλά απαιτούν διαρκή εγρήγορση και ότι η αδράνεια ιδικά σε περιόδους οπισθοδρόμησης, είναι συνενοχή.

Κοινοποίηση αυτού του άρθρου