Γράφει η Άννα Κωνσταντινίδη Απέργη, Special Advisor – Diversity Charter Greece
Στον δημόσιο λόγο για την τοπική αυτοδιοίκηση, η έννοια της «ασφάλειας» συχνά περιορίζεται σε ζητήματα τάξης, ελέγχου και υποδομών. Όμως, η εμπειρία των πολιτών στους δήμους, μας αποδεικνύει ότι η ασφάλεια δεν είναι μόνο ζήτημα μέτρων, αλλά κυρίως ζήτημα ορατότητας, εμπιστοσύνης και συμμετοχής. Ένας δήμος μπορεί να είναι οργανωμένος και ταυτόχρονα να μην είναι ασφαλής για κάθε άτομο. Και αυτό συμβαίνει όταν σημαντικό μέρος του πληθυσμού του δεν νιώθει ότι ανήκει.
Οι πόλεις και οι δήμοι ιστορικά σχεδιάστηκαν με βάση έναν «μέσο πολίτη» που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Στην καθημερινότητα, αυτό μεταφράζεται σε πολιτικές, υπηρεσίες και διαδικασίες που λειτουργούν μόνο για κάποια άτομα, αλλά όχι για όλα όπως πχ για μια γυναίκα που φοβάται να κινηθεί σε συγκεκριμένες ώρες, για ένα ανάπηρο άτομο που δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί αυτόνομα, για ένα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομο που αποφεύγει την έκθεση στον δημόσιο χώρο, για ένα νευροδιαφορετικό άτομο που υπερφορτώνεται αισθητηριακά ή για ένα ηλικιωμένο άτομο ή ένα άτομο με προσφυγικό/μεταναστευτικό προφίλ, που δυσκολεύεται να κατανοήσει ή να εμπιστευτεί τις υπηρεσίες του δήμου. Όταν πολίτες που ανήκουν σε πιο ευάλωτες ομάδες δεν αισθάνονται ασφαλείς, τότε στην ουσία ο δήμος δεν είναι πραγματικά ασφαλής.
Η συμπερίληψη, αποτελεί ένα σημαντικό δομικό στοιχείο της τοπικής διακυβέρνησης. Ένας συμπεριληπτικός δήμος, είναι ένας δήμος που αναγνωρίζει ότι η διαφορετικότητα των πολιτών του δεν είναι πρόβλημα προς διαχείριση, αλλά μία πραγματικότητα προς ενσωμάτωση στον σχεδιασμό πολιτικών. Και ακριβώς γι’ αυτό, η συμπερίληψη αποτελεί προϋπόθεση ασφάλειας και όχι πολυτέλεια.
Στην πράξη, πολλοί δήμοι υιοθετούν πολιτικές «ίσης μεταχείρισης» με την καλή πρόθεση να μη διακρίνουν κανένα πρόσωπο. Όμως η ουδετερότητα δεν οδηγεί απαραίτητα στη δικαιοσύνη. Όταν οι ανάγκες των πολιτών δεν είναι ίδιες, η ίση μεταχείριση αναπαράγει ανισότητες. Η ασφάλεια δεν ενισχύεται όταν όλα αντιμετωπίζονται το ίδιο, αλλά όταν το κάθε ένα από αυτά έχει αυτό που χρειάζεται για να συμμετέχει ισότιμα στον δημόσιο χώρο και στη δημόσια ζωή.
Διαβάστε επίσης: Γιατί οι επιχειρήσεις, φορείς και οργανισμοί πρέπει να υπογράφουν τη Χάρτα Διαφορετικότητας
Η εμπειρία από την Ελλάδα και την Ευρώπη δείχνει ότι οι ασφαλείς δήμοι είναι εκείνοι που επενδύουν στη συμμετοχή. Που συνομιλούν με τις ίδιες τις κοινότητες πριν σχεδιάσουν πολιτικές για αυτές. Που εκπαιδεύουν το ανθρώπινο δυναμικό τους ώστε να αναγνωρίζει ασυνείδητες προκαταλήψεις και να ανταποκρίνεται σε διαφορετικές ανάγκες. Που σχεδιάζουν προσβάσιμες υπηρεσίες, που συλλέγουν δεδομένα με τρόπο υπεύθυνο, ώστε να γνωρίζουν ποια άτομα μένουν εκτός και γιατί και που συνεργάζονται συστηματικά με την κοινωνία των πολιτών, αντί να λειτουργούν αποσπασματικά.
Σε αυτό το πλαίσιο, η τοπική αυτοδιοίκηση έχει καθοριστικό ρόλο. Οι δήμοι βρίσκονται πιο κοντά στον πολίτη από οποιονδήποτε άλλο θεσμό. Είναι ο πρώτος χώρος όπου η δημοκρατία γίνεται καθημερινή εμπειρία ή καθημερινή απογοήτευση. Η Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ), μπορεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής καλών πρακτικών και κοινών προτύπων συμπερίληψης, ενώ το Υπουργείο Εσωτερικών έχει τη δυνατότητα να ενσωματώσει τη συμπερίληψη οριζόντια στις πολιτικές τοπικής διακυβέρνησης, όχι ως ένα εξειδικευμένο πρόγραμμα, αλλά ως βασική αρχή σχεδιασμού.
Η συμπερίληψη όμως δεν αφορά μόνο ευάλωτες ομάδες, αλλά τη συνοχή της ίδιας της κοινωνίας. Δήμοι που χτίζουν σχέσεις εμπιστοσύνης με τους πολίτες τους είναι πιο ανθεκτικοί σε κρίσεις, λιγότερο επιρρεπείς σε εντάσεις και πιο αποτελεσματικοί στη χάραξη πολιτικών.
Η συμπερίληψη αποτελεί στρατηγική επιλογή καλής διακυβέρνησης και όχι ζήτημα κοινωνικής ευαισθησίας. Οι ασφαλείς δήμοι του μέλλοντος δεν θα είναι εκείνοι που απλώς διαχειρίζονται την όποια διαφορετικότητα, αλλά εκείνοι που τη λαμβάνουν υπόψη από την αρχή. Γιατί μόνο όταν όλοι οι πολίτες νιώθουν ότι ανήκουν, μπορούν οι πόλεις μας να είναι πραγματικά ασφαλείς, δημοκρατικές και βιώσιμες.
