Η ισονομία, η προστασία από τη βία και τις διακρίσεις και η ενίσχυση της ορατότητας των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, είναι αναγκαία προϋπόθεση για μια Ευρώπη συνεκτική και δίκαιη χωρίς αποκλεισμούς.
Γράφει ο Γιώργος Σταμάτης Βουλευτής Επικρατείας της ΝΔ*
Η κοινωνική συνοχή, η ανθεκτικότητα και η πρόοδος των κοινωνιών μας, δεν εξαρτώνται μόνο από τους δείκτες της ανάπτυξης και του βιοτικού επιπέδου, αλλά και από το σεβασμό των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, που συνιστά θεμελιώδη αρχή της δημοκρατίας μας. Τα ΛΟΑΤΚΙ+ πρόσωπα αποτελούν μια ειδική πληθυσμιακή ομάδα, που ανέκαθεν υφίστατο διεθνώς παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, βίωνε εμπόδια και διακρίσεις, φτάνοντας κάποιες φορές στα όρια του στιγματισμού και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Στην Ευρώπη, τις τελευταίες δεκαετίες έχει σημειωθεί σημαντικότατη πρόοδος στη θεσμική θωράκιση των δικαιωμάτων τους. Η ισότητα όμως των δικαιωμάτων πέρα από τη νομοθετική κατοχύρωση τους, για να γίνει πράξη, χρειάζεται ουσιαστική εφαρμογή στο πεδίο της καθημερινότητας. στην ανεμπόδιστη πρόσβαση στην εκπαίδευση, την υγεία, την εργασία, στην προστασία από τη βία και τις διακρίσεις, στη δυνατότητα κάθε ανθρώπου να συμμετέχει στη δημόσια ζωή χωρίς φόβο και χωρίς να χρειάζεται να αποκρύπτει στοιχεία της ταυτότητάς του.
Σήμερα, σε μια περίοδο κατά την οποία η δημόσια συζήτηση στην Ευρώπη τροφοδοτείται συχνά από έντονη πόλωση και η παραπληροφόρηση αναπτύσσεται και με νέα εργαλεία διάδοσης, η ουσιαστική προστασία των ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωμάτων αποκτά μια ευρύτερη θεσμική και κοινωνική διάσταση. Σε αυτό το περιβάλλον, η υιοθέτηση από την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, στις 23 Σεπτεμβρίου 2026, της πρώτης Στρατηγικής (2027-2032) του Οργανισμού για την ισότητα των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων συνιστά ένα σημαντικό πολιτικό ορόσημο. Η νέα στρατηγική οργανώνει σ’ ένα ενιαίο πλαίσιο ένα κεκτημένο δεκαετιών, που έχει διαμορφωθεί σταδιακά μέσα από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), τις συστάσεις της Επιτροπής Υπουργών, τα πρότυπα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας (ECRI) και τη συστηματική δουλειά των μηχανισμών παρακολούθησης του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ειδικότερα, η ιστορική αφετηρία για τη δημιουργία νομολογίας για την προάσπιση των ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωμάτων είναι το 1981, όταν το ΕΔΔΑ εκδίδει την πρώτη σχετική απόφαση στην υπόθεση Dudgeon κατά Ηνωμένου Βασιλείου. Στην υπόθεση αυτήν, που έκτοτε αποτελεί νομολογιακό σταθμό για τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ προσώπων, το δικαστήριο έκρινε ότι η ποινικοποίηση των ομοφυλοφιλικών σχέσεων μεταξύ συναινούντων ενηλίκων που ίσχυε στη Βόρεια Ιρλανδία, συνιστά παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, για την προστασία της ιδιωτικής ζωής.
Ένας ακόμη σημαντικός σταθμός υπήρξε η Σύσταση CM/Rec(2010)5 της Επιτροπής Υπουργών, η οποία αποτέλεσε το πρώτο διεθνές κείμενο που ασχολήθηκε ειδικά με την αντιμετώπιση των διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου, καλύπτοντας ποικίλους τομείς όπως η ασφάλεια και η προστασία από τη βία, η ελευθερία του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι, η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, η υγεία, η απασχόληση, η εκπαίδευση.
Σε αυτό το πλαίσιο, η νέα στρατηγική του Συμβουλίου της Ευρώπης, αποσκοπεί να διαμορφώσει μια κοινή κατεύθυνση για τα κράτη μέλη, ώστε τα υφιστάμενα ευρωπαϊκά πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων να εφαρμόζονται αποτελεσματικά και με μεγαλύτερη συνέπεια.
Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης, Αλέν Μπερσέ, σημείωσε: «Η υιοθέτηση της στρατηγικής δεν σηματοδοτεί την αρχή της δέσμευσής μας για την ισότητα των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων. Σηματοδοτεί ένα νέο στάδιο σε αυτή: την παροχή ενός πλαισίου δράσης που βασίζεται στα πρότυπα του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα ανθρώπινα δικαιώματα και στις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει τα κράτη μέλη του».
Βασική στόχευση της στρατηγικής είναι η διασφάλιση της αξιοπρέπειας και της ισότητας των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων και η δημιουργία ενός ασφαλούς και συμπεριληπτικού κοινωνικού περιβάλλοντος, απαλλαγμένου από διακρίσεις, ρητορική μίσους, βία και επιβλαβείς συμπεριφορές. Περαιτέρω, στη στρατηγική επισημαίνεται ότι παρά την αναμφίβολη πρόοδο μεταξύ των κρατών – μελών, οι διακρίσεις, η ρητορική μίσους, τα εγκλήματα μίσους, εξακολουθούν να υφίστανται. Το κλίμα πόλωσης και η παραπληροφόρηση στοχοποιούν περαιτέρω τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, ενώ οι ψηφιακές τεχνολογίες και η τεχνητή νοημοσύνη μπορούν να επιτείνουν τους κινδύνους αυτούς, αναπαράγοντας προκαταλήψεις, διευκολύνοντας τη βία μέσω των ψηφιακών μέσων και επιταχύνοντας τη διάδοση επιβλαβούς περιεχομένου. Υπό αυτό το πρίσμα, η νέα στρατηγική υιοθετεί μια συνεκτική προσέγγιση βασισμένη στα ανθρώπινα δικαιώματα και δίνει έμφαση στη διατομεακή διάσταση τον διακρίσεων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η στρατηγική εστιάζει σε τέσσερεις βασικές προτεραιότητες. Την αναγνώριση της ίσης αξιοπρέπειας και των ίσων δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης και της χειραγώγησης της πληροφορίας, την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας και του μίσους , καθώς και τη δημιουργία, διαφύλαξη και ενίσχυση των νομικών και θεσμικών μηχανισμών προστασίας. Οι κατευθύνσεις αυτές διατρέχουν οριζόντια ένα
Ευρύ φάσμα τομέων της καθημερινότητας, όπως την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, την εκπαίδευση, την υγειονομική περίθαλψη, την εργασία, τις δημόσιες υπηρεσίες, την προστασία των θυμάτων από τις διακρίσεις και τη βία και τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών.
Η νέα στρατηγική έρχεται σε μια στιγμή όπου η Ευρώπη είναι πλέον θεσμικά και κοινωνικά ώριμη να διασφαλίσει την ισότητα στην πράξη για όλους τους πολίτες της. Η ισονομία, η προστασία από τη βία και τις διακρίσεις και η ενίσχυση της ορατότητας των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, είναι αναγκαία προϋπόθεση για μια Ευρώπη συνεκτική και δίκαιη χωρίς αποκλεισμούς.
*Δημοσίευση στην Huffington Post
