Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αποτελεί πλέον ένα μελλοντικό ενδεχόμενο αλλά μια παρούσα πραγματικότητα που μετασχηματίζει την εργασία σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν η ΤΝ θα αλλάξει την αγορά εργασίας, αλλά αν αυτή η αλλαγή θα είναι δίκαιη, συμπεριληπτική και προσβάσιμη σε όλες και όλους. Η νέα πανευρωπαϊκή μελέτη του Cedefop επιχειρεί να δώσει απαντήσεις, εξετάζοντας τέσσερα εναλλακτικά σενάρια για το πώς θα εργαζόμαστε το 2040, υπενθυμίζοντας ότι οι πολιτικές αποφάσεις του σήμερα είναι εκείνες που θα καθορίσουν ποιο σενάριο θα επικρατήσει.
Το μέλλον της εργασίας δεν είναι ουδέτερο
Όπως επισημαίνει η Λίντια Σαλβατόρε, εμπειρογνώμονας του Cedefop και συν-συγγραφέας της μελέτης, τα σενάρια δεν λειτουργούν ως προβλέψεις αλλά ως εργαλεία κατανόησης. Στόχος τους είναι να αναδείξουν ευκαιρίες, απειλές και κρίσιμες προτεραιότητες για την ανάπτυξη δεξιοτήτων στην Ευρώπη. Το βασικό μήνυμα είναι σαφές: το μέλλον της εργασίας δεν είναι προκαθορισμένο. Αντίθετα, διαμορφώνεται από συλλογικές και πολιτικές επιλογές που είτε θα οδηγήσουν σε μια ανθρωποκεντρική αξιοποίηση της ΤΝ είτε σε μια κοινωνία εντεινόμενων ανισοτήτων.
Ελλάδα και Τεχνητή Νοημοσύνη: καθυστέρηση και ανασφάλεια
Στην ελληνική αγορά εργασίας, η Τεχνητή Νοημοσύνη εισέρχεται με βραδύτερους ρυθμούς σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σύμφωνα με στοιχεία του Cedefop, μόνο ένας στους πέντε εργαζόμενους στην Ελλάδα χρησιμοποίησε τεχνολογίες ΤΝ την περίοδο 2023–2024, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση το ποσοστό φτάνει τον έναν στους τρεις. Παρά τη χαμηλότερη διείσδυση, οι φόβοι είναι εντονότεροι: περισσότεροι Έλληνες εργαζόμενοι δηλώνουν ότι ανησυχούν για απώλεια της εργασίας τους λόγω ΤΝ και αναγνωρίζουν την ανάγκη απόκτησης νέων δεξιοτήτων. Το αίσθημα αυτό αντανακλά όχι μόνο τεχνολογική υστέρηση, αλλά και ένα βαθύτερο έλλειμμα προετοιμασίας και ίσης πρόσβασης στη γνώση.
Μικρές επιχειρήσεις και αυτοαπασχολούμενοι μπροστά στον κίνδυνο αποκλεισμού
Η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία πολύ μικρών επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών. Σε αυτό το περιβάλλον, η μετάβαση στην Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι ούτε εύκολη ούτε αυτονόητη. Οι μικρότερες επιχειρήσεις έχουν περιορισμένες οικονομικές και οργανωτικές δυνατότητες να επενδύσουν σε τεχνολογίες ΤΝ και στην κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού τους. Το αποτέλεσμα είναι ορατός κίνδυνος να χαθεί το «τρένο» της παραγωγικότητας και της καινοτομίας, με συνέπειες που μπορεί να οδηγήσουν σε περιθωριοποίηση ή και έξοδο από την αγορά. Αν δεν υπάρξουν στοχευμένες πολιτικές στήριξης, η ΤΝ κινδυνεύει να λειτουργήσει ως μηχανισμός διεύρυνσης των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων.
Δύο διαφορετικά μονοπάτια για τους εργαζόμενους
Τα σενάρια του Cedefop αποτυπώνουν δύο αντιθετικές εκδοχές του εργασιακού μέλλοντος. Στο θετικό σενάριο, η Τεχνητή Νοημοσύνη απαλλάσσει τους εργαζόμενους από επαναλαμβανόμενα και χαμηλής αξίας καθήκοντα, επιτρέποντάς τους να αναλάβουν πιο δημιουργικούς, ουσιαστικούς και κοινωνικά χρήσιμους ρόλους. Στο αρνητικό, η αγορά εργασίας γίνεται πιο κατακερματισμένη, με μια νέα διαστρωμάτωση ανάμεσα σε όσους διαθέτουν πρόσβαση σε δεξιότητες, πόρους και δίκτυα και σε όσους εγκλωβίζονται σε θέσεις χαμηλής ειδίκευσης ή εκτοπίζονται πλήρως. Όταν η ευθύνη για την αναβάθμιση δεξιοτήτων μεταφέρεται αποκλειστικά στο άτομο, χωρίς επαρκή κρατική ή εργοδοτική στήριξη, οι ήδη ευάλωτες ομάδες κινδυνεύουν να μείνουν ακόμη πιο πίσω.
Ανθρωποκεντρικές δεξιότητες σε έναν ψηφιακό κόσμο
Τομείς όπως ο τουρισμός, η εστίαση και το εμπόριο, που βασίζονται σε έντονη ανθρώπινη αλληλεπίδραση, φαίνεται να είναι λιγότερο εκτεθειμένοι στην πλήρη αυτοματοποίηση. Η διαπίστωση αυτή αναδεικνύει τη σημασία των κοινωνικών, συναισθηματικών και διαπροσωπικών δεξιοτήτων σε ένα εργασιακό τοπίο όπου η τεχνολογία θα έχει κυρίαρχο ρόλο. Σε πολλά από τα σενάρια της μελέτης, οι δεξιότητες αυτές συνυπάρχουν με τις ψηφιακές και τεχνικές γνώσεις, διαμορφώνοντας ένα μοντέλο εργασίας που παραμένει προσανατολισμένο στον άνθρωπο.

Η συμπερίληψη ως προϋπόθεση για το μέλλον της εργασίας
Οι εμπειρογνώμονες του Cedefop συμφωνούν ότι η δίκαιη αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης προϋποθέτει συλλογική δράση. Η ενίσχυση του γραμματισμού στην ΤΝ για το σύνολο του πληθυσμού, η επένδυση στη δια βίου μάθηση και η προστασία της συλλογικής εκπροσώπησης των εργαζομένων αποτελούν κρίσιμους πυλώνες για μια συμπεριληπτική μετάβαση. Ο κοινωνικός διάλογος και η διατήρηση ισχυρών μηχανισμών κοινωνικής προστασίας μπορούν να διασφαλίσουν ότι τα οφέλη της ΤΝ δεν θα περιοριστούν σε λίγους, αλλά θα διαχυθούν σε όλους τους κλάδους και όλες τις κοινωνικές ομάδες.
Καθώς το σενάριο «Εργασία στην Ευρώπη το 2040» γράφεται ήδη από σήμερα, το διακύβευμα είναι ξεκάθαρο: η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει εργαλείο ενδυνάμωσης και συμπερίληψης ή παράγοντα νέων αποκλεισμών. Το ποια εκδοχή θα επικρατήσει δεν θα κριθεί από την τεχνολογία, αλλά από τις αξίες και τις πολιτικές επιλογές που θα τη συνοδεύσουν.
Δείτε τις έρευνες της Cedefop:
