6 Μαρτίου – Ημέρα κατά του Ενδοσχολικού Εκφοβισμού και της Ενδοσχολικής Βίας

6 Ελάχιστη ανάγνωση

Γράφει η Άννα Κωνσταντινίδη Απέργη, Special Advisor – Diversity Charter Greece

Η βία μεταξύ ανηλίκων δεν αποτελεί φαινόμενο των ημερών μας. Υπήρχε πάντοτε. Αυτό λοιπόν που διαφοροποιεί τη σημερινή συγκυρία δεν είναι η ύπαρξή της, αλλά η ένταση, η συχνότητα και η δημόσια αναπαραγωγή της. Στη σύγχρονη εποχή, η βία συμβαίνει, καταγράφεται, αναπαράγεται και διαχέεται μαζικά μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των μέσων ενημέρωσης, μετατρέποντας συχνά την ταπείνωση ενός παιδιού σε δημόσιο θέαμα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και σε «νόμισμα» κοινωνικής αναγνώρισης.

Το φαινόμενο γίνεται ακόμη πιο ανησυχητικό όταν αφορά παιδιά που ήδη ανήκουν σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Τα ΛΟΑΤΚΙ+ παιδιά, και ιδιαίτερα τα τρανς παιδιά, βιώνουν συστηματικά αποκλεισμούς, εκφοβισμό και βία μέσα στο σχολικό περιβάλλον. Ευρωπαϊκές έρευνες, όπως αυτές του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRA), καταγράφουν ότι τα τρανς παιδιά συγκαταλέγονται μεταξύ των ομάδων που υφίστανται τις περισσότερες μορφές παρενόχλησης και διακρίσεων στο σχολείο. Στην Ελλάδα, μάλιστα, ποσοστό που υπερβαίνει το 50% των ΛΟΑΤΚΙ+ ανήλικων δηλώνει ότι δεν αισθάνεται καθόλου ασφαλές στον σχολικό χώρο, ενώ διεθνείς μελέτες αναδεικνύουν ότι περίπου το ένα τέταρτο των τρανς ανήλικων παιδιών έχει επιχειρήσει κάποια στιγμή στη ζωή του να αυτοκτονήσει λόγω των συνθηκών αποκλεισμού και βίας που βιώνει.

Το ερώτημα επομένως είναι εύλογο: Κατά πόσο τα ελληνικά σχολεία αποτελούν πραγματικά ασφαλείς χώρους για κάθε παιδί;

Η βία στο σχολικό περιβάλλον δεν εμφανίζεται ξαφνικά, είναι μια κλιμακούμενη διαδικασία. Θα μπορούσε κανείς να την παρομοιάσει με μια σκάλα. Στο πρώτο σκαλοπάτι βρίσκεται η απομόνωση του παιδιού που «δεν μοιάζει» ή «δεν ταιριάζει» με την υπόλοιπη ομάδα. Ακολουθούν ο χλευασμός, η λεκτική βία και η ψυχολογική κακοποίηση. Στα επόμενα στάδια εμφανίζεται η σωματική βία. Τα πρώτα σκαλοπάτια είναι εξίσου επικίνδυνα με το τελευταίο, γιατί εκεί ακριβώς αρχίζει η κανονικοποίηση της βίας.

Διαβάστε επίσης: Η βία μεταξύ ανηλίκων δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Η ανοχή της όμως είναι.

Όταν ένα παιδί ερωτάται γιατί χλευάζει ένα άλλο και απαντά «έλα μωρέ, χαβαλέ κάναμε», αυτή η φράση δεν είναι αθώα. Είναι η στιγμή κατά την οποία η βία μεταμφιέζεται σε «αστείο» και παύει να αναγνωρίζεται ως πρόβλημα. Έτσι δημιουργείται ένα περιβάλλον στο οποίο η ταπείνωση του «διαφορετικού» γίνεται αποδεκτή κοινωνική πρακτική.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται επίσης ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό φαινόμενο, η δράση οργανωμένων ομάδων ανηλίκων μέσα στα σχολεία. Ομάδες που λειτουργούν με δομή, ρόλους και σχέδιο δράσης, στοχοποιώντας συγκεκριμένα παιδιά. Η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μεμονωμένη συμπεριφορά ανηλίκων, αλλά ως κοινωνικό φαινόμενο που απαιτεί σοβαρή θεσμική αντιμετώπιση.

Η βία μεταξύ ανηλίκων, άλλωστε, δεν είναι αποκομμένη από τη βία των ενηλίκων. Τα παιδιά δεν μεγαλώνουν σε κοινωνικό κενό, αποτελούν καθρέφτη της κοινωνίας μέσα στην οποία ζουν. Όταν ένα παιδί μεγαλώνει βλέποντας οργανωμένα ραντεβού θανάτου εντός και εκτός γηπέδων, όταν γίνεται μάρτυρας περιστατικών ακραίας βίας απέναντι σε ευάλωτους ανθρώπους, όταν ακούει δημόσια πρόσωπα, πολιτικούς, τηλεοπτικούς σχολιαστές ή ακόμη και θρησκευτικούς παράγοντες να εκφράζουν ρητορική μίσους και να στοχοποιούν κοινωνικές ομάδες, τότε όλα αυτά εγγράφονται στο υποσυνείδητό του ως κανονικές και αποδεκτές μορφές συμπεριφοράς. Ως μορφές ισχύος.

Σε θεσμικό επίπεδο, η ελληνική έννομη τάξη αναγνωρίζει την προστασία του παιδιού τόσο μέσα από το Σύνταγμα όσο και μέσω διεθνών συμβάσεων, όπως η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Παράλληλα, έχουν θεσπιστεί σημαντικά νομοθετικά εργαλεία, όπως ο Ν.5029/2023 «Ζούμε Αρμονικά Μαζί – Σπάμε τη Σιωπή» για την πρόληψη και αντιμετώπιση της σχολικής βίας, καθώς και ο Ν.4443/2016 περί ίσης μεταχείρισης, ο οποίος πλέον καλύπτει ρητά και τον τομέα της εκπαίδευσης όσον αφορά τα ΛΟΑΤΚΙ+ πρόσωπα.

Ωστόσο, το πρόβλημα δεν βρίσκεται τόσο στην έλλειψη νομοθεσίας, όσο στην εφαρμογή της. Συχνά η παρέμβαση του κράτους περιορίζεται στη διαχείριση του περιστατικού εκ των υστέρων, με τιμωρητική λογική, αντί να επενδύει σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα πρόληψης, υποστήριξης και έγκαιρης παρέμβασης.

Η αντιμετώπιση της σχολικής βίας δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στην καταστολή. Η πραγματική λύση βρίσκεται στην εκπαίδευση.

Εκπαίδευση των παιδιών, των γονέων και των εκπαιδευτικών. Εκπαίδευση όλων όσων ατόμων εργάζονται ή δραστηριοποιούνται σε χώρους όπου βρίσκονται παιδιά: αθλητικούς συλλόγους, πολιτιστικούς φορείς, δομές δημιουργικής απασχόλησης, κατασκηνώσεις. Όχι αποσπασματικές δράσεις ευαισθητοποίησης ή τυπικές ημερίδες για την εκπλήρωση μιας θεσμικής υποχρέωσης, αλλά συνεχείς, ουσιαστικές και βιωματικές εκπαιδευτικές διαδικασίες.

Χρειαζόμαστε προγράμματα που θα καλλιεργούν την ενσυναίσθηση, θα διδάσκουν τη διαχείριση συγκρούσεων, θα αποδομούν τα στερεότυπα και θα ενισχύουν μια κουλτούρα σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μόνο μέσα από μια τέτοια ολιστική προσέγγιση μπορεί το σχολείο να μετατραπεί σε πραγματικά ασφαλή χώρο για όλα τα παιδιά, ανεξαρτήτως φύλου, ταυτότητας φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού, καταγωγής ή οποιουδήποτε άλλου χαρακτηριστικού.

Αν θέλουμε λοιπόν η 6η Μαρτίου να μην αποτελεί απλώς μια συμβολική ημερομηνία στο ημερολόγιο, αλλά μια ουσιαστική υπενθύμιση της ευθύνης μας απέναντι στις επόμενες γενιές, οφείλουμε να μετατρέψουμε τις διακηρύξεις σε πράξεις.

Γιατί τελικά, όταν μιλάμε για τη βία στα σχολεία, μιλάμε για τα ίδια τα παιδιά μας. Και η προστασία τους δεν είναι απλώς ηθική υποχρέωση· είναι ζήτημα δημοκρατίας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κοινωνικού πολιτισμού.

Κοινοποίηση αυτού του άρθρου