Απόφαση-ορόσημο του ΔΕΕ. Απαιτεί νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου σε όλα τα κράτη μέλη

6 Ελάχιστη ανάγνωση

Γράφει η Άννα Κωνσταντινίδη Απέργη, Special Advisor – Diversity Charter Greece

Μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση σηματοδοτεί η ιστορικής σημασίας Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στην υπόθεση C-43/24 Shipova.

Με την απόφασή του, το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι τα κράτη-μέλη της ΕΕ οφείλουν να διαθέτουν λειτουργικές διαδικασίες νομικής αναγνώρισης ταυτότητας φύλου, ιδίως όταν η απουσία τους παρεμποδίζει την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης.

Αυτή η απόφαση αποτελεί ένα ακόμη βήμα στην προστασία των δικαιωμάτων των τρανς προσώπων στο ευρωπαϊκό δίκαιο και συνδέει ευθέως τη νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου με την αποτελεσματική άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων που απορρέουν από τις Συνθήκες και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το ΔΕΕ, κλήθηκε να εξετάσει εάν η άρνηση ενός κράτους-μέλους να αναγνωρίσει νομικά την ταυτότητα φύλου πολίτη του, το οποίο πρόσωπο έχει ασκήσει το δικαίωμα μετακίνησης και διαμονής σε άλλο κράτος-μέλος, συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης.

Διαβάστε επίσης: Πρώτη η Ελλάδα ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες, στις εγκληματικές «θεραπείες μεταστροφής".

Στην απόφασή του το ΔΕΕ τόνισε, ότι το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της ΕΕ, όπως κατοχυρώνεται μέσα από το Άρθρο 21 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί να παρακωλύεται ουσιαστικά όταν τα επίσημα έγγραφα ενός προσώπου δεν αντιστοιχούν στην ταυτότητα φύλου του.

Τα ταυτοτικά έγγραφα και τα διαβατήρια αποτελούν βασικό εργαλείο άσκησης της ευρωπαϊκής ιθαγένειας. Η ασυμφωνία μεταξύ της ταυτότητας φύλου ενός προσώπου και των στοιχείων που καταγράφονται στα ληξιαρχικά μητρώα και στα επίσημα δημόσια έγγραφα μπορεί να δημιουργήσει σημαντικές δυσχέρειες σε καθημερινές καταστάσεις: από ελέγχους ταυτότητας και διασυνοριακές μετακινήσεις μέχρι συναλλαγές, πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας ή την ένταξη στην αγορά εργασίας.

Για τον λόγο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα κράτη-μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν τη δυνατότητα νομικής αναγνώρισης της ταυτότητας φύλου, προκειμένου οι πολίτες τους να μπορούν να αποκτούν ταυτοτικά έγγραφα, βάση στον αυτοπροσδιορισμό του κάθε ατόμου, που ανταποκρίνονται στην πραγματική του ταυτότητα.

Η απόφαση αυτή, δεν περιορίζεται στο ζήτημα της ελεύθερης κυκλοφορίας. Το ΔΕΕ συνδέει ρητά την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου με το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, όπως κατοχυρώνεται στο Άρθρο 7 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.

Επίσης, το ΔΕΕ υπενθυμίζει σοφά, τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σύμφωνα με την οποία τα κράτη έχουν θετική υποχρέωση να παρέχουν γρήγορες, διαφανείς και προσβάσιμες διαδικασίες νομικής αναγνώρισης ταυτότητας φύλου.

Σημαντική είναι και η επισήμανση του Δικαστηρίου ότι η ανοχή σε διακρίσεις που βασίζονται στη διαφορά μεταξύ «βιολογικού φύλου" και «κοινωνικού φύλου" της ταυτότητας φύλου δηλαδή, θα συνιστούσε παραβίαση της αξιοπρέπειας και της ελευθερίας των τρανς προσώπων.

Με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο εντάσσει την ταυτότητα φύλου στο ευρύτερο πλαίσιο προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της προσωπικής αυτονομίας, αξίες που βρίσκονται στον πυρήνα του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού.

Η υπόθεση ξεκίνησε από μία τρανς γυναίκα βουλγαρικής καταγωγής, η οποία ζει στην Ιταλία.

Για σχεδόν μία δεκαετία τα βουλγαρικά δικαστήρια αρνούνταν να αναγνωρίσουν το φύλο και το όνομά της στα επίσημα έγγραφα.

Η άρνηση αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο θεσμικό πλαίσιο στη Βουλγαρία, το οποίο κατέστη ακόμη πιο περιοριστικό μετά την ερμηνευτική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της χώρας το 2023, σύμφωνα με την οποία τα βουλγαρικά δικαστήρια δεν μπορούν να εγκρίνουν καμία διόρθωση καταχωρισμένου φύλου, ονόματος ή προσωπικού αριθμού ταυτότητας στα ληξιαρχικά μητρώα.

Η πρακτική αυτή δημιούργησε μια de facto γενική απαγόρευση της νομικής αναγνώρισης της ταυτότητας φύλου.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι μια τέτοια κατάσταση δεν είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης και υπογράμμισε ότι τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να παραμερίζουν εθνικές διατάξεις ή ερμηνείες που αντιβαίνουν στο ευρωπαϊκό δίκαιο.

Η σημασία της απόφασης υπερβαίνει την ατομική υπόθεση. Σήμερα, σε ορισμένα κράτη-μέλη, όπως η Ουγγαρία, η Βουλγαρία και η Σλοβακία, η νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου έχει καταστεί εξαιρετικά δύσκολη ή πρακτικά αδύνατη.

Το Δικαστήριο αποσαφηνίζει ότι η πλήρης απουσία τέτοιας διαδικασίας είναι ασύμβατη με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως όταν επηρεάζει την άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Η απόφαση ενισχύει έτσι τη θέση ότι η νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου δεν αποτελεί απλώς διοικητική διαδικασία, αλλά βασική προϋπόθεση για την ισότιμη συμμετοχή των τρανς προσώπων στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή.

Η απόφαση της υπόθεσης C-43/24 Shipova, υπενθυμίζει ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση συνδέεται άρρηκτα με την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Και ιδιαίτερα σήμερα, σε μια περίοδο όπου τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ προσώπων αμφισβητούνται, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επαναβεβαιώνει ότι η ισότητα και η ελευθερία της προσωπικής ταυτότητας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ευρωπαϊκού νομικού κεκτημένου.

Το μήνυμα του ευρωπαϊκού δικαίου είναι σαφές, η ισότητα και ο σεβασμός της ταυτοτικής υπόστασης ενός συνανθρώπου μας, δεν μπορούν να τελούν υπό αίρεση.

Κοινοποίηση αυτού του άρθρου