Συναισθηματική νοημοσύνη: Το γυναικείο πλεονέκτημα που η κοινωνία εξακολουθεί να θεωρεί δεδομένο

14 Ελάχιστη ανάγνωση

Οι γυναίκες εμφανίζουν, κατά μέσο όρο, υψηλότερες επιδόσεις σε σημαντικές πτυχές της συναισθηματικής νοημοσύνης. Πίσω, όμως, από αυτή τη διαφορά κρύβεται μια βαθύτερη κοινωνική ανισότητα: οι δεξιότητες που αναπτύσσουν συχνά οι γυναίκες αναγνωρίζονται ως προσόντα, αλλά η συναισθηματική εργασία που απαιτούν αντιμετωπίζεται ως αυτονόητη υποχρέωσή τους.

Υπάρχει μια γυναίκα σχεδόν σε κάθε χώρο που καταλαβαίνει πρώτη ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά. Εκείνη που αντιλαμβάνεται την ένταση πριν εκδηλωθεί, που αναγνωρίζει τη δυσφορία πίσω από μια σιωπή, που θα βρει τις κατάλληλες λέξεις για να αποτρέψει μια σύγκρουση. Εκείνη που θυμάται ποιος χρειάζεται υποστήριξη, που ακούει πραγματικά και που συχνά αναλαμβάνει να αποκαταστήσει τις ισορροπίες, ακόμη κι όταν κανείς δεν της το έχει ζητήσει.

Αυτή η ικανότητα δεν είναι ασήμαντη. Είναι μια ουσιαστική ανθρώπινη και κοινωνική δεξιότητα, με αξία στις προσωπικές σχέσεις, στην οικογένεια, στην εργασία και στην ηγεσία.

Κι όμως, όταν την επιδεικνύει μια γυναίκα, συχνά δεν αντιμετωπίζεται ως επίτευγμα. Θεωρείται κάτι απολύτως φυσικό.

Μια εκτεταμένη επιστημονική ανάλυση, που καλύπτει την περίοδο 1995-2023, αξιοποιεί δεδομένα από 76 χώρες και περιλαμβάνει περισσότερους από 600.000 ανθρώπους, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα: διαθέτουν οι γυναίκες υψηλότερη συναισθηματική νοημοσύνη από τους άνδρες; Και, αν ναι, τι σημαίνει αυτό για τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία κατανέμει την ευθύνη της συναισθηματικής φροντίδας;

Σε άρθρο τους στο The Conversation, η Μέρι Μ. Χάουσφελντ, επίκουρη καθηγήτρια Διοίκησης στο Πανεπιστήμιο του Λίμερικ, και ο Γιόχεν Μένγκες, διευθυντής του Κέντρου Ηγεσίας για το Μέλλον της Εργασίας στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, παρουσιάζουν ευρήματα που δείχνουν ότι οι γυναίκες εμφανίζουν, κατά μέσο όρο, υψηλότερες επιδόσεις στη συναισθηματική νοημοσύνη.

Το σημαντικό, όμως, δεν είναι να αναπαράγουμε την ιδέα ότι οι γυναίκες είναι «από τη φύση τους» πιο ευαίσθητες ή πιο κατάλληλες να φροντίζουν τους άλλους. Είναι να κατανοήσουμε ποιες δεξιότητες αναπτύσσονται, μέσα από ποιες κοινωνικές συνθήκες και γιατί η αξία τους εξακολουθεί να μην αναγνωρίζεται ισότιμα.

Η δύναμη να καταλαβαίνεις όσα δεν λέγονται

Η συναισθηματική νοημοσύνη περιλαμβάνει την ικανότητα να αναγνωρίζουμε, να κατανοούμε και να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματα, τόσο τα δικά μας όσο και των άλλων.

Σύμφωνα με την ανάλυση, το πλεονέκτημα των γυναικών εντοπίζεται κυρίως σε δεξιότητες που σχετίζονται με την κατανόηση των συναισθημάτων των άλλων: στην αναγνώριση των συναισθηματικών σημάτων, στην ερμηνεία των αντιδράσεων και στην ικανότητα ανταπόκρισης στις ανάγκες των ανθρώπων γύρω τους.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει να μπορείς να αντιληφθείς ότι μια συνάδελφος αισθάνεται υποτιμημένη, να καταλάβεις ότι ένας φίλος χρειάζεται υποστήριξη ακόμη κι αν δεν την εκφράζει ανοιχτά ή να αναγνωρίσεις ότι πίσω από τον θυμό ενός παιδιού κρύβεται φόβος, απογοήτευση ή ανασφάλεια.

Πρόκειται για δεξιότητες που ενισχύουν την επικοινωνία, τη συνεργασία και την ουσιαστική σύνδεση μεταξύ των ανθρώπων. Είναι σημαντικές για τη δημιουργία ασφαλών εργασιακών περιβαλλόντων, για την πρόληψη των συγκρούσεων και για την ανάπτυξη σχέσεων που βασίζονται στον σεβασμό.

Αξίζει, ωστόσο, να είμαστε σαφείς: οι διαφορές που καταγράφονται είναι μέσοι όροι και δεν περιγράφουν κάθε γυναίκα ή κάθε άνδρα. Δεν έχουν όλες οι γυναίκες τις ίδιες δεξιότητες, όπως δεν στερούνται οι άνδρες την ικανότητα να αναπτύξουν υψηλή συναισθηματική νοημοσύνη.

Η ανάδειξη των γυναικείων επιδόσεων δεν απαιτεί την υποτίμηση κανενός άλλου φύλου. Απαιτεί, όμως, να σταματήσουμε να υποτιμούμε δεξιότητες που η κοινωνία έχει συνηθίσει να θεωρεί δεδομένες όταν τις εκδηλώνουν οι γυναίκες.

Δεν είναι μόνο θέμα φύσης. Είναι και θέμα κοινωνίας

Γιατί εμφανίζεται αυτή η διαφορά; Είναι ένα έμφυτο χαρακτηριστικό ή αποτέλεσμα της ανατροφής και των κοινωνικών προσδοκιών;

Οι ερευνητές δεν αποκλείουν τη συμβολή βιολογικών παραγόντων. Τα ευρήματα, ωστόσο, είναι συμβατά με την υπόθεση ότι σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η κοινωνικοποίηση.

Οι διαφορές μεταξύ αγοριών και κοριτσιών εμφανίζονται μικρότερες στην παιδική ηλικία και εντονότερες στην ενήλικη ζωή. Παράλληλα, τα δεδομένα δείχνουν ότι το χάσμα μεταξύ των φύλων περιορίστηκε κατά την περίοδο που εξετάστηκε.

Αυτές οι παρατηρήσεις στρέφουν την προσοχή στον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουμε τα παιδιά και στις προσδοκίες που διαμορφώνουν τις συμπεριφορές τους.

Στα κορίτσια συχνά επιτρέπεται περισσότερο να εκφράζουν τη λύπη, τον φόβο και την ευαισθησία τους. Ενθαρρύνονται να συζητούν τις σχέσεις τους, να προσέχουν πώς αισθάνονται οι άλλοι και να αναλαμβάνουν ρόλους φροντίδας.

Στα αγόρια, αντίθετα, η συναισθηματική έκφραση μπορεί να αποθαρρύνεται μέσα από γνώριμα μηνύματα: «μην κλαις», «να είσαι δυνατός», «μη δείχνεις αδυναμία».

Έτσι, ενώ τα κορίτσια εξασκούνται συχνότερα στην αναγνώριση και τη διαχείριση των συναισθημάτων, τα αγόρια μπορεί να μαθαίνουν να τα περιορίζουν ή να τα εκφράζουν με λιγότερους αποδεκτούς τρόπους.

Αυτό δεν αποτελεί απόδειξη ότι όλα τα παιδιά μεγαλώνουν με τον ίδιο τρόπο. Αναδεικνύει, όμως, πώς τα έμφυλα στερεότυπα μπορούν να δημιουργούν διαφορετικές ευκαιρίες ανάπτυξης για τα παιδιά.

Η συναισθηματική νοημοσύνη δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζεται ως ένα μυστηριώδες γυναικείο χάρισμα. Μπορεί να καλλιεργηθεί μέσα από την εξάσκηση, την εκπαίδευση, την αυτογνωσία και τις σχέσεις μας με τους άλλους.

Και αυτό είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά μηνύματα για την ισότητα: οι δεξιότητες δεν χρειάζεται να περιορίζονται από το φύλο, ούτε οι κοινωνικές προσδοκίες να καθορίζουν ποιος δικαιούται να εκφράζει τα συναισθήματά του και ποιος οφείλει να φροντίζει τα συναισθήματα των υπολοίπων.

Η συναισθηματική εργασία των γυναικών: Η αόρατη πλευρά της ισότητας

Εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες διαστάσεις του ζητήματος.

Οι γυναίκες δεν καλούνται απλώς να αναγνωρίζουν τα συναισθήματα των άλλων. Συχνά αναμένεται να κάνουν κάτι και με αυτά: να καθησυχάσουν, να συμφιλιώσουν, να ακούσουν, να διαμεσολαβήσουν και να διατηρήσουν τις ισορροπίες.

Στον εργασιακό χώρο, μπορεί να είναι η εργαζόμενη που αναλαμβάνει να εκτονώσει μια ένταση στην ομάδα, να υποστηρίξει έναν συνάδελφο που δυσκολεύεται ή να διαχειριστεί μια δύσκολη συζήτηση, επειδή θεωρείται ότι «έχει τον τρόπο».

Στην οικογένεια, μπορεί να είναι εκείνη που θυμάται τις ανάγκες όλων, οργανώνει την υποστήριξη ενός συγγενή, αντιλαμβάνεται τις εντάσεις πριν εξελιχθούν σε συγκρούσεις και φροντίζει να μη διαρραγούν οι σχέσεις.

Στις φιλίες, μπορεί να είναι εκείνη που θα στείλει πρώτη μήνυμα, θα καταλάβει ότι κάποιος απομακρύνεται ή θα αναλάβει την πρωτοβουλία να αποκαταστήσει μια παρεξήγηση.

Όλες αυτές οι πράξεις έχουν αξία. Απαιτούν χρόνο, προσοχή, ενσυναίσθηση και συναισθηματική διαθεσιμότητα. Δεν συμβαίνουν αυτόματα, ούτε είναι ανεξάντλητες.

Κι όμως, μεγάλο μέρος αυτής της προσπάθειας παραμένει αόρατο. Δεν καταγράφεται στις επαγγελματικές αξιολογήσεις, δεν αποτυπώνεται πάντα στην αμοιβή και δεν συνυπολογίζεται στις αποφάσεις για προαγωγές και ανάληψη ηγετικών ρόλων.

Το παράδοξο είναι ότι οι γυναίκες μπορεί να αξιολογούνται θετικά επειδή είναι συνεργατικές, υποστηρικτικές και ικανές να διαχειρίζονται τις σχέσεις, αλλά να επιβαρύνονται ακριβώς επειδή οι ίδιες ιδιότητες θεωρούνται μέρος του ρόλου τους.

Η ικανότητα γίνεται προσδοκία. Η προσδοκία μετατρέπεται σε υποχρέωση. Και η υποχρέωση παύει να αναγνωρίζεται ως εργασία.

Αυτή είναι μια ανισότητα που δεν αποτυπώνεται πάντα σε αριθμούς, αλλά επηρεάζει τον χρόνο, την ενέργεια και τις ευκαιρίες των γυναικών.

Όταν η ενσυναίσθηση γίνεται επαγγελματικό μειονέκτημα

Η σύγχρονη συζήτηση για τη συμπερίληψη δεν μπορεί να περιορίζεται στην εκπροσώπηση των γυναικών σε θέσεις ευθύνης. Χρειάζεται να εξετάζει και τις συνθήκες μέσα στις οποίες εργάζονται, καθώς και το ποιες δεξιότητες αναγνωρίζονται ως ουσιαστική επαγγελματική συνεισφορά.

Η συναισθηματική νοημοσύνη είναι πολύτιμη για την ηγεσία. Ένας άνθρωπος που ακούει, αντιλαμβάνεται τις ανάγκες της ομάδας, διαχειρίζεται τις συγκρούσεις και δημιουργεί κλίμα εμπιστοσύνης μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην αποτελεσματικότητα ενός οργανισμού.

Ωστόσο, όταν οι γυναίκες αναλαμβάνουν δυσανάλογα μεγάλο μέρος αυτής της προσπάθειας, χωρίς αντίστοιχη αναγνώριση ή χρόνο για τα βασικά καθήκοντά τους, η ίδια δεξιότητα μπορεί να μετατραπεί σε πρόσθετο βάρος.

Δεν αρκεί, λοιπόν, οι οργανισμοί να επαινούν τις γυναίκες για την ενσυναίσθηση και τη συνεργατικότητά τους. Χρειάζεται να αναγνωρίζουν έμπρακτα τη συμβολή τους, να αξιολογούν δίκαια αυτή την εργασία και να μην αντιμετωπίζουν τη συναισθηματική υποστήριξη ως αυτονόητο καθήκον συγκεκριμένων εργαζομένων.

Εξίσου σημαντικό είναι να δημιουργούνται συνθήκες στις οποίες όλοι οι εργαζόμενοι μπορούν να αναπτύσσουν αυτές τις δεξιότητες και να αναλαμβάνουν την ευθύνη για τις σχέσεις τους με τους άλλους.

Η συμπερίληψη δεν σημαίνει απλώς να επιτρέπουμε σε περισσότερες γυναίκες να συμμετέχουν. Σημαίνει να αλλάζουμε τους κανόνες που καθορίζουν ποιος φροντίζει, ποιος ακούει, ποιος μεσολαβεί και ποιος τελικά επιβραβεύεται.

Η ισότητα περνά και από την κατανομή της φροντίδας

Η αόρατη συναισθηματική εργασία δεν αφορά μόνο τις επιχειρήσεις. Συνδέεται με έναν ευρύτερο τρόπο οργάνωσης της καθημερινής ζωής, στον οποίο οι γυναίκες συχνά αναλαμβάνουν δυσανάλογο μερίδιο της φροντίδας και της διατήρησης των ανθρώπινων σχέσεων.

Για να αλλάξει αυτή η πραγματικότητα, δεν αρκεί να ζητάμε από τις γυναίκες να θέτουν όρια ή να μάθουν να λένε «όχι». Τα προσωπικά όρια είναι σημαντικά, αλλά δεν μπορούν να διορθώσουν από μόνα τους μια άνιση κατανομή ευθυνών.

Χρειάζεται, παράλληλα, να αμφισβητήσουμε την προσδοκία ότι οι γυναίκες θα είναι πάντα διαθέσιμες, πάντα πρόθυμες να ακούσουν και πάντα ικανές να διαχειριστούν όσα οι άλλοι δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν.

Χρειάζεται οι άνδρες να ενθαρρύνονται να εκφράζουν τα συναισθήματά τους, να αναπτύσσουν ενσυναίσθηση, να συμμετέχουν ενεργά στη συναισθηματική φροντίδα των παιδιών και των συντρόφων τους και να αναλαμβάνουν ισότιμα την ευθύνη για τις σχέσεις τους.

Χρειάζεται, επίσης, οι χώροι εργασίας να αναγνωρίζουν ότι η καλή συνεργασία και η ψυχολογική ασφάλεια δεν αποτελούν αποκλειστική ευθύνη όσων έχουν μάθει να φροντίζουν τους άλλους.

Η φροντίδα δεν είναι έμφυτη γυναικεία αποστολή. Είναι ανθρώπινη ευθύνη.

Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι γυναίκες δυνατές για όλους

Υπάρχει και μια ακόμη πλευρά που αξίζει να συζητηθεί: η πίεση να είναι οι γυναίκες διαρκώς συναισθηματικά διαθέσιμες.

Όταν μια γυναίκα θεωρείται εκείνη που «καταλαβαίνει τους πάντες», μπορεί να δυσκολεύεται να εκφράσει τη δική της απογοήτευση, να ζητήσει βοήθεια ή να παραδεχτεί ότι δεν έχει άλλες αντοχές.

Μπορεί να αισθάνεται ότι πρέπει να είναι υπομονετική ακόμη κι όταν αδικείται, ψύχραιμη ακόμη κι όταν πιέζεται και υποστηρικτική ακόμη κι όταν η ίδια χρειάζεται υποστήριξη.

Αυτό το στερεότυπο δεν περιορίζει μόνο τις επιλογές των γυναικών. Περιορίζει και την ελευθερία τους να είναι σύνθετοι, διαφορετικοί άνθρωποι: να είναι ευαίσθητες ή δυναμικές, εξωστρεφείς ή εσωστρεφείς, διαθέσιμες ή κουρασμένες, πρόθυμες να φροντίσουν ή να χρειάζονται οι ίδιες φροντίδα.

Καμία γυναίκα δεν χρειάζεται να αποδεικνύει την αξία της αναλαμβάνοντας τα συναισθήματα όλων των άλλων.

Και καμία γυναίκα δεν πρέπει να θεωρείται λιγότερο ικανή, λιγότερο συνεργατική ή λιγότερο άξια επειδή επιλέγει να μη γίνει ο μόνιμος αποδέκτης των προβλημάτων των γύρω της.

Η συναισθηματική νοημοσύνη ως εργαλείο ισότητας

Τα ευρήματα για τις διαφορές στη συναισθηματική νοημοσύνη προσφέρουν μια σημαντική αφορμή για να ξανασκεφτούμε τι θεωρούμε προσόν, ποια συμπεριφορά επιβραβεύουμε και ποιες ευθύνες αναθέτουμε στους ανθρώπους με βάση το φύλο τους.

Οι γυναίκες δεν χρειάζονται εξιδανίκευση ούτε νέες προσδοκίες που θα τις υποχρεώνουν να είναι ακόμη πιο υπομονετικές, πιο συμπονετικές ή πιο ικανές να διαχειρίζονται τις δυσκολίες των άλλων.

Χρειάζονται ισότιμη αναγνώριση των δεξιοτήτων τους, δίκαιη κατανομή της συναισθηματικής εργασίας και περιβάλλοντα στα οποία η φροντίδα δεν αποτελεί αόρατο καθήκον, αλλά πολύτιμη συνεισφορά που αναγνωρίζεται και μοιράζεται.

Ταυτόχρονα, όλοι οι άνθρωποι πρέπει να έχουν την ευκαιρία να αναπτύσσουν τη συναισθηματική τους νοημοσύνη, χωρίς περιορισμούς που επιβάλλουν τα έμφυλα στερεότυπα.

Γιατί το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι να αποδείξουμε ότι οι γυναίκες μπορούν να καταλαβαίνουν καλύτερα τους άλλους. Είναι να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η ικανότητα έχει αξία, ότι δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη και ότι δεν μπορεί να αποτελεί το τίμημα της κοινωνικής αποδοχής τους.

Η ενσυναίσθηση είναι δύναμη. Η συναισθηματική νοημοσύνη είναι δεξιότητα. Η φροντίδα είναι ευθύνη όλων.

Και η ισότητα αρχίζει όταν οι γυναίκες δεν χρειάζεται πια να φροντίζουν τους πάντες για να αναγνωρίζεται η αξία τους.

Κοινοποίηση αυτού του άρθρου