Η γλώσσα ως καθρέφτης της κοινωνίας: Γιατί η συμπεριληπτική έκφραση αφορά όλους μας

6 Ελάχιστη ανάγνωση

Από τις σχολικές αίθουσες μέχρι τον δημόσιο διάλογο, η συμπεριληπτική γλώσσα βρίσκεται όλο και συχνότερα στο επίκεντρο συζητήσεων που ξεπερνούν τα όρια της γραμματικής. Πρόκειται για μια συζήτηση που αγγίζει ζητήματα ταυτότητας, ορατότητας, ισότητας και σεβασμού της ανθρώπινης διαφορετικότητας.
Μια πρόσφατη απόφαση των εξεταστικών αρχών στην Αγγλία, την Ουαλία και τη Βόρεια Ιρλανδία επανέφερε το θέμα στη δημόσια σφαίρα. Οι μαθητές και οι μαθήτριες που εξετάζονται στα γαλλικά, τα ισπανικά και τα γερμανικά μπορούν πλέον να χρησιμοποιούν ουδέτερες ή συμπεριληπτικές ως προς το φύλο γλωσσικές μορφές, χωρίς να χάνουν βαθμούς. Η αλλαγή αυτή χαιρετίστηκε από πολλούς ως ένα βήμα προς μια πιο σύγχρονη και συμπεριληπτική εκπαίδευση, ενώ παράλληλα προκάλεσε αντιδράσεις από όσους θεωρούν ότι οι συγκεκριμένες γλωσσικές μορφές δεν έχουν ακόμη εδραιωθεί πλήρως.

Οι νέες αυτές λέξεις και αντωνυμίες έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια σε διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες, με στόχο να συμπεριλάβουν ανθρώπους που δεν αυτοπροσδιορίζονται αποκλειστικά ως άνδρες ή γυναίκες. Αν και η χρήση τους δεν είναι υποχρεωτική, η αποδοχή τους στις εξετάσεις αναγνωρίζει την ύπαρξη διαφορετικών τρόπων αυτοπροσδιορισμού και έκφρασης.
Η συζήτηση δεν περιορίζεται στις ξένες γλώσσες. Και στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται ένας γόνιμος διάλογος γύρω από τη συμπεριληπτική γλώσσα, είτε μέσω εκφράσεων που αποφεύγουν τους έμφυλους αποκλεισμούς είτε μέσω νέων τρόπων αναφοράς στις ποικίλες ταυτότητες φύλου. Παρότι η ελληνική γλώσσα διαθέτει διαφορετική γραμματική δομή, το βασικό ερώτημα παραμένει το ίδιο: μπορεί η γλωσσική εκπαίδευση να ανταποκρίνεται στις κοινωνικές αλλαγές και στις ανάγκες όλων των ανθρώπων;
Σύμφωνα με τον καθηγητή Γλωσσολογίας Σάσα Στόλχανς, το δίλημμα αυτό συχνά βασίζεται σε μια παρανόηση για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η γλώσσα. Οι γλώσσες δεν είναι στατικά συστήματα κανόνων, αλλά ζωντανοί οργανισμοί που εξελίσσονται διαρκώς, ακολουθώντας τις κοινωνίες και τους ανθρώπους που τις χρησιμοποιούν.

Η γλώσσα αλλάζει μαζί με την κοινωνία
Ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνούμε επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: την ηλικία, το κοινωνικό περιβάλλον, την περιοχή όπου ζούμε, τις εμπειρίες μας και την προσωπική μας ταυτότητα. Το ίδιο άτομο μπορεί να χρησιμοποιεί διαφορετικό λεξιλόγιο στον χώρο εργασίας, διαφορετικό με φίλους και διαφορετικό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η δυναμική αυτή γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στη γλώσσα των νέων. Νέες λέξεις και εκφράσεις εμφανίζονται συνεχώς, ενώ αρκετές από αυτές καταλήγουν να ενσωματώνονται ακόμη και σε επίσημα λεξικά. Το γεγονός αυτό υπενθυμίζει ότι η γλώσσα δεν διαμορφώνεται μόνο από θεσμούς και κανόνες, αλλά και από την καθημερινή χρήση της.
Αυτό οδηγεί σε ένα σημαντικό ερώτημα: ποιος είναι ο ρόλος των λεξικών και της εκπαίδευσης; Να καθορίζουν πώς «πρέπει» να μιλάμε ή να καταγράφουν και να ερμηνεύουν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι επικοινωνούν στην πραγματικότητα;

Κανονιστική και περιγραφική προσέγγιση
Στη γλωσσολογία διακρίνονται δύο βασικές προσεγγίσεις. Η κανονιστική προσέγγιση δίνει έμφαση στους κανόνες και στις καθιερωμένες μορφές της γλώσσας. Αντίθετα, η περιγραφική προσέγγιση εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι χρησιμοποιούν πραγματικά τη γλώσσα, ακόμη και όταν αυτή αποκλίνει από τα παραδοσιακά πρότυπα.
Στο εκπαιδευτικό πλαίσιο, οι κανόνες παραμένουν απαραίτητοι, καθώς προσφέρουν σαφή κριτήρια μάθησης και αξιολόγησης. Ωστόσο, η πλήρης αγνόηση των σύγχρονων γλωσσικών εξελίξεων μπορεί να δημιουργήσει μια εικόνα αποκομμένη από την κοινωνική πραγματικότητα.
Οι νέοι και οι νέες δεν μαθαίνουν γλώσσα μόνο μέσα από τα σχολικά εγχειρίδια. Τη συναντούν καθημερινά στις ταινίες, στη μουσική, στις ψηφιακές κοινότητες, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στις αλληλεπιδράσεις τους με ανθρώπους διαφορετικών εμπειριών και ταυτοτήτων.

Η γλώσσα ως μέσο ορατότητας και συμπερίληψης
Η γλώσσα δεν είναι απλώς ένα εργαλείο επικοινωνίας. Είναι επίσης ένα μέσο μέσα από το οποίο οι άνθρωποι εκφράζουν την προσωπικότητά τους, περιγράφουν τις εμπειρίες τους και διεκδικούν την ορατότητά τους στον κοινωνικό χώρο.
Για τον λόγο αυτό, πολλοί ειδικοί υποστηρίζουν ότι η γλωσσική εκπαίδευση χρειάζεται να αντανακλά την πολυμορφία των σύγχρονων κοινωνιών. Η δυνατότητα χρήσης ουδέτερων ή συμπεριληπτικών γλωσσικών μορφών δεν επιβάλλει σε κανέναν να αλλάξει τον τρόπο έκφρασής του. Αντίθετα, διευρύνει τις επιλογές και επιτρέπει σε περισσότερους ανθρώπους να νιώθουν ότι η ταυτότητά τους αναγνωρίζεται και γίνεται σεβαστή. Ένα εκπαιδευτικό περιβάλλον που λαμβάνει υπόψη τη διαφορετικότητα μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία μεγαλύτερης αίσθησης αποδοχής και ασφάλειας για όλους τους μαθητές και όλες τις μαθήτριες. Παράλληλα, βοηθά το εκπαιδευτικό υλικό να αντανακλά πιο πιστά τις κοινωνικές πραγματικότητες που βιώνουν οι νέες γενιές.

Μια συζήτηση που συνεχίζεται
Η συζήτηση γύρω από τη συμπεριληπτική γλώσσα δεν αφορά μόνο τη γραμματική. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες εξελίσσονται, αναγνωρίζουν τη διαφορετικότητα και δημιουργούν χώρο για περισσότερες φωνές και εμπειρίες.
Καθώς νέοι τρόποι έκφρασης εμφανίζονται και οι κοινωνικές αντιλήψεις μεταβάλλονται, η ισορροπία ανάμεσα στη γλωσσική παράδοση και στη ζωντανή χρήση της γλώσσας παραμένει ένα σύνθετο αλλά εξαιρετικά σημαντικό ζήτημα. Ίσως, τελικά, μια σύγχρονη γλωσσική εκπαίδευση δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στην ακρίβεια και τη συμπερίληψη. Μπορεί να συνδυάζει τον σεβασμό στη γλωσσική γνώση με την αναγνώριση της ανθρώπινης ποικιλομορφίας, συμβάλλοντας σε μια κοινωνία όπου κάθε άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να εκφράζεται ελεύθερα και να αισθάνεται ορατός.

ΜΕ ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Κοινοποίηση αυτού του άρθρου