Η επιδείνωση της ψυχικής υγείας των νέων είχε αρχίσει πριν από την πανδημία

5 Ελάχιστη ανάγνωση

Γράφει η Ελπίδα Κοντομάρου, Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια, MSc Ψυχική Υγεία Εφήβων Γνωσιακή – Συμπεριφορική Προσέγγιση (CBT) 


Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η αύξηση του άγχους, της κατάθλιψης και της ψυχικής
δυσφορίας στους νέους αποδόθηκε κυρίως στην πανδημία. Η κοινωνική απομόνωση, το
κλείσιμο των σχολείων, η αβεβαιότητα και η διακοπή της καθημερινής ζωής πράγματι
επιβάρυναν σημαντικά πολλούς εφήβους. Ωστόσο, τα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι η
επιδείνωση της ψυχικής τους υγείας είχε αρχίσει αρκετά χρόνια νωρίτερα.
Σύμφωνα με τη διεθνή έρευνα Health Behaviour in School aged Children του Παγκόσμιου
Οργανισμού Υγείας, η ψυχική ευεξία των εφήβων είχε ήδη μειωθεί σε πολλές ευρωπαϊκές
χώρες μεταξύ 2014 και 2018. Πριν ακόμη εμφανιστεί η πανδημία, όλο και περισσότεροι νέοι
ανέφεραν θλίψη, νευρικότητα, ευερεθιστότητα, δυσκολίες στον ύπνο και χαμηλότερη
ικανοποίηση από τη ζωή. Η πανδημία, επομένως, δεν δημιούργησε από το μηδέν την κρίση ψυχικής υγείας.
Λειτούργησε περισσότερο ως επιταχυντής μιας ήδη ανησυχητικής πορείας, αποκαλύπτοντας
παράλληλα τις αδυναμίες των συστημάτων υποστήριξης των νέων.


Τι είχε αρχίσει να αλλάζει πριν από το 2020
Η εφηβεία είναι μια περίοδος κατά την οποία διαμορφώνονται η ταυτότητα, η αυτοεκτίμηση
και η αίσθηση του ανήκειν. Τα τελευταία χρόνια, όμως, οι νέοι μεγαλώνουν μέσα σε ένα
περιβάλλον αυξημένων απαιτήσεων και διαρκούς σύγκρισης.
Η πίεση για σχολική επιτυχία, η αβεβαιότητα για το μέλλον, οι οικονομικές δυσκολίες της
οικογένειας, η έκθεση σε μη ρεαλιστικά πρότυπα και η συνεχής διαδικτυακή αξιολόγηση
μπορούν να επιβαρύνουν την ψυχική τους ανθεκτικότητα. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης
δεν αποτελούν από μόνα τους την αιτία των ψυχικών δυσκολιών. Η προβληματική χρήση
τους, όμως, μπορεί να συνδέεται με λιγότερο ύπνο, εντονότερη κοινωνική σύγκριση, ανάγκη
διαρκούς επιβεβαίωσης και μεγαλύτερο φόβο απόρριψης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η σταδιακή αποδυνάμωση των υποστηρικτικών σχέσεων.
Πρόσφατα δεδομένα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας δείχνουν μείωση της
αντιλαμβανόμενης οικογενειακής υποστήριξης και αύξηση της σχολικής πίεσης, ιδιαίτερα
μεταξύ των κοριτσιών. Όταν ένας έφηβος αισθάνεται ότι πρέπει συνεχώς να αποδεικνύει την
αξία του, χωρίς να διαθέτει έναν ασφαλή χώρο έκφρασης, η ψυχική δυσφορία γίνεται συχνά
εντονότερη.


Η κρίση δεν επηρεάζει όλους τους νέους με τον ίδιο τρόπο
Οι δυσκολίες ψυχικής υγείας δεν εμφανίζονται σε κοινωνικό κενό. Οι έφηβοι από οικογένειες
με οικονομικές δυσκολίες, οι νέοι που βιώνουν διακρίσεις, τα άτομα με αναπηρία, οι
πρόσφυγες, οι μετανάστες και οι νέοι που ανήκουν σε κοινωνικές ή έμφυλες μειονότητες
μπορεί να αντιμετωπίζουν επιπλέον εμπόδια στην αναζήτηση βοήθειας. Η έλλειψη αποδοχής και ο φόβος του στιγματισμού μπορούν να κάνουν έναν νέο να
πιστέψει ότι πρέπει να κρύψει όσα αισθάνεται. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψη δεν
αποτελεί μόνο κοινωνική αξία. Αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα προστασίας της ψυχικής
υγείας.
Ένας νέος που αισθάνεται ότι γίνεται αποδεκτός, ότι ακούγεται χωρίς κριτική και ότι μπορεί
να είναι ο εαυτός του έχει περισσότερες πιθανότητες να ζητήσει βοήθεια εγκαίρως. Αντίθετα,
ο αποκλεισμός, ο εκφοβισμός και η συνεχής αμφισβήτηση της ταυτότητάς του μπορούν να
ενισχύσουν τη μοναξιά, το άγχος και την καταθλιπτική συμπτωματολογία.


Τι χρειάζεται να αλλάξει
Η αντιμετώπιση της κρίσης δεν μπορεί να περιορίζεται στην παροχή βοήθειας μόνο όταν τα
συμπτώματα έχουν ήδη γίνει σοβαρά. Χρειάζεται πρόληψη μέσα στο σχολείο, στην
οικογένεια και στην κοινότητα. Οι νέοι χρειάζονται εύκολη πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας, εκπαίδευση στη
συναισθηματική επίγνωση και ουσιαστικές σχέσεις με ενήλικες που μπορούν να τους
ακούσουν. Παράλληλα, τα σχολεία χρειάζεται να δημιουργούν ένα κλίμα ψυχολογικής
ασφάλειας, στο οποίο κάθε παιδί θα αισθάνεται ότι ανήκει και ότι η διαφορετικότητά του
γίνεται σεβαστή.


Το σημαντικότερο ίσως είναι να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες των νέων
ως ένδειξη αδυναμίας ή υπερβολής. Πίσω από μια απότομη αλλαγή στη συμπεριφορά, την
απόσυρση, την ευερεθιστότητα ή την πτώση της σχολικής επίδοσης μπορεί να υπάρχει ένα
παιδί που δυσκολεύεται και δεν γνωρίζει πώς να το εκφράσει.Η πανδημία έκανε την κρίση πιο ορατή.

Τα σημάδια, όμως, υπήρχαν ήδη. Η αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας μάς βοηθά να μετακινήσουμε τη συζήτηση από την προσωρινή διαχείριση μιας κρίσης στη δημιουργία ενός σταθερού και συμπεριληπτικού συστήματος
φροντίδας για όλους τους νέους.

Κοινοποίηση αυτού του άρθρου