Γράφει η Κυριακή Παπαγιατζόγλου
Η πιο σοβαρή είδηση στις Ηνωμένες Πολιτείες το Σαββατοκύριακο ήταν η δολοφονία ενός 37χρονου Αμερικανού πολίτη στη Μινεάπολη από ομοσπονδιακούς πράκτορες. Ο Άλεξ Πρέτι είναι ο δεύτερος άμαχος που σκοτώνεται μέσα στον Ιανουάριο, σε ένα κλίμα εντεινόμενης καταστολής που η κυβέρνηση Τραμπ παρουσιάζει ως πολιτική «ασφάλειας» και «τάξης».
Βίντεο που κυκλοφορούν ευρέως δείχνουν τον Πρέτι ήδη ακινητοποιημένο και υπό κράτηση τη στιγμή που δέχεται πυροβολισμούς. Παρ’ όλα αυτά, κυβερνητικοί αξιωματούχοι έσπευσαν να υιοθετήσουν μια αφήγηση που τον παρουσίαζε ως απειλή, επιχειρώντας να νομιμοποιήσουν εκ των υστέρων τη θανατηφόρα χρήση βίας.
Η απόσταση ανάμεσα στα τεκμήρια και στην επίσημη εκδοχή των γεγονότων έχει προκαλέσει έντονη κοινωνική αντίδραση και σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο η ομοσπονδιακή εξουσία διαχειρίζεται τη βία, τη διαμαρτυρία και την αλήθεια.
Δεύτερη θανατηφόρα επίθεση μέσα σε έναν μήνα
Για δεύτερη φορά μέσα σε λίγες εβδομάδες, ομοσπονδιακοί πράκτορες πυροβόλησαν και σκότωσαν άμαχο πολίτη στη Μινεάπολη και στη συνέχεια περιόρισαν την πρόσβαση στον χώρο του περιστατικού, προκαλώντας ανησυχία για τη διαφάνεια της έρευνας.
Το θύμα, ο 37χρονος Άλεξ Πρέτι, εργαζόταν ως νοσηλευτής στο νοσοκομείο βετεράνων της πόλης. Το πρωί του Σαββάτου κατέγραφε με το κινητό του τηλέφωνο τη δράση των αρχών και προσπαθούσε να βοηθήσει έναν άλλο διαδηλωτή, όταν πράκτορες τον έριξαν στο έδαφος και τον ακινητοποίησαν. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, πυροβολήθηκε επανειλημμένα.
Η κυβέρνηση υποστήριξε ότι ο Πρέτι αποτελούσε θανάσιμη απειλή. Ωστόσο, οπτικό υλικό από αυτόπτες μάρτυρες δείχνει ότι δεν είχε τραβήξει ποτέ το όπλο του και ότι είχε ήδη αφοπλιστεί τη στιγμή που σκοτώθηκε.
Η οικογένειά του κατήγγειλε δημόσια την προσπάθεια απαξίωσης της μνήμης του, ζητώντας να αποδοθούν ευθύνες και να αποκαλυφθεί η αλήθεια.
Ο Πρέτι δεν είχε ποινικό μητρώο, ήταν Αμερικανός πολίτης και κατείχε νόμιμη άδεια οπλοφορίας. Ο αρχηγός της αστυνομίας της Μινεάπολης δήλωσε ότι, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, ο Πρέτι φαίνεται να ασκούσε συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα: την καταγραφή της αστυνομικής δράσης και τη νόμιμη οπλοκατοχή.

Όταν η πολιτική εξουσία αντιμετωπίζει τη δημοσιογραφία ως απειλή
Η υπόθεση Πρέτι ανέδειξε με σαφήνεια τον ρόλο της δημοσιογραφίας ως θεσμικού αντίβαρου στην κρατική εξουσία. Όπου υπάρχουν ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι, οπτικά τεκμήρια και επίμονες ερωτήσεις, γίνεται δυσκολότερη η επιβολή μιας μονοδιάστατης, επίσημης αφήγησης. Αυτό αποτυπώθηκε και στον Λευκό Οίκο.
Κατά τη διάρκεια επίσημης ενημέρωσης Τύπου, δημοσιογράφος ζήτησε εξηγήσεις για το πώς συμβιβάζεται η κυβερνητική εκδοχή με τα βίντεο που δείχνουν έναν ήδη ακινητοποιημένο πολίτη να πυροβολείται θανάσιμα. Αντί για απαντήσεις, ακολούθησε προσωπική επίθεση.
Η εκπρόσωπος Τύπου αντέδρασε επιθετικά, αμφισβήτησε τα κίνητρα του δημοσιογράφου και χρησιμοποίησε απαξιωτικό λόγο, αποφεύγοντας να τοποθετηθεί επί της ουσίας. Η στάση αυτή ενίσχυσε τις ανησυχίες ότι η κυβέρνηση αντιμετωπίζει την κριτική όχι ως στοιχείο δημοκρατικής λογοδοσίας, αλλά ως εχθρική πράξη.
Το περιστατικό αυτό εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο. Τον ίδιο μήνα, το FBI προχώρησε σε έρευνα στο σπίτι δημοσιογράφου της Washington Post και κατάσχεσε προσωπικές συσκευές εργασίας. Πρακτικές που συνδέονται διεθνώς με περιορισμό της ελευθερίας του Τύπου, εμφανίζονται πλέον και στο εσωτερικό των ΗΠΑ.
Όταν η πολιτική εξουσία επιλέγει τη σύγκρουση με τη δημοσιογραφία, δεν περιορίζει μόνο τους δημοσιογράφους — περιορίζει το δικαίωμα της κοινωνίας να γνωρίζει.
Η δημοκρατία δεν λειτουργεί χωρίς ανεξάρτητη ενημέρωση
Σε συνέντευξή του, ο εκδότης των New York Times, A.G. Sulzberger, περιέγραψε πώς η κυβέρνηση Τραμπ αξιοποιεί αγωγές, οικονομική πίεση, θεσμικά εργαλεία και αποκλεισμό από την πληροφόρηση για να ασκήσει πίεση στα μέσα ενημέρωσης.
Όπως σημείωσε:
- η στοχοποίηση των δημοσιογράφων υπονομεύει θεμελιώδεις δημοκρατικές αρχές,
- η αυτολογοκρισία γίνεται ολοένα και πιο συχνή υπό τον φόβο αντιποίνων,
- τα δικαιώματα διατηρούνται μόνο όταν ασκούνται και προστατεύονται ενεργά.
Οι New York Times, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν υπαναχώρησαν απέναντι σε πολιτικές πιέσεις — και δικαιώθηκαν θεσμικά.
Γιατί όλα αυτά αφορούν τη διαφορετικότητα και τη συμπερίληψη
Η υπόθεση Πρέτι δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό αστυνομικής βίας. Αγγίζει τον πυρήνα της ισότητας απέναντι στον νόμο, της ελευθερίας έκφρασης και του ποια δικαιώματα θεωρούνται διαπραγματεύσιμα.
Η συμπερίληψη δεν αφορά μόνο την αναγνώριση ταυτοτήτων. Αφορά τη διασφάλιση ότι κανένα άτομο —ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων, κοινωνικής θέσης ή συμμετοχής σε διαμαρτυρία— δεν μετατρέπεται σε στόχο κρατικής αυθαιρεσίας.
Σε μια περίοδο όπου πολιτικές «ασφάλειας» χρησιμοποιούνται για να περιορίσουν δικαιώματα και να ελέγξουν την αφήγηση, η δημοσιογραφία, η αλληλεγγύη και η συλλογική μνήμη παραμένουν θεμελιώδεις πράξεις δημοκρατικής αντίστασης.
