«Αόρατη βία: Η σιωπή των ΜΜΕ απέναντι στον μισογυνισμό και την έμφυλη κακοποίηση»

5 Ελάχιστη ανάγνωση

Η κάλυψη της βίας κατά των γυναικών και των κοριτσιών από τα μέσα ενημέρωσης παραμένει σε «θλιβερά χαμηλά επίπεδα», παρά το εύρος και τη σοβαρότητα του φαινομένου, αλλά και την αύξηση των μορφών κακοποίησης, ιδιαίτερα μέσα από τις νέες τεχνολογίες. Σύμφωνα με νέα διεθνή έρευνα, η οποία ανέλυσε 1,14 δισεκατομμύρια διαδικτυακά άρθρα που δημοσιεύτηκαν παγκοσμίως από το 2017 έως το 2025, μόλις το 1,3% των ειδήσεων το 2025 περιλάμβανε όρους σχετικούς με τη μισογυνιστική βία, ποσοστό που αποτελεί το χαμηλότερο της περιόδου. Η μεγαλύτερη κάλυψη είχε καταγραφεί το 2018, φτάνοντας στο 2,2%, την περίοδο που το κίνημα #MeToo βρισκόταν στο αποκορύφωμά του.

Η εικόνα είναι ακόμη πιο ανησυχητική σε περιοχές όπως η Αφρική, όπου, παρά τα ακραία επίπεδα σεξουαλικής βίας που συνδέονται με συγκρούσεις, η κάλυψη έπεσε στο 1,18% το 2024, το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων εννέα ετών. Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν ένα βαθύ χάσμα ανάμεσα στην πραγματικότητα που βιώνουν εκατομμύρια γυναίκες και κορίτσια και στην ορατότητα που λαμβάνει το ζήτημα στον δημόσιο λόγο.

Η καθηγήτρια Τζούλι Ποζέτι, από το Κέντρο Δημοσιογραφίας και Δημοκρατίας στο City St George’s, Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, χαρακτήρισε τα ευρήματα «συγκλονιστικά», επισημαίνοντας ότι η περιορισμένη κάλυψη συνιστά αποτυχία του Τύπου να ανταποκριθεί στη σοβαρότητα του προβλήματος. Όπως τόνισε, η βία κατά των γυναικών και ο μισογυνισμός δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά, αλλά συνδέονται με ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές δυναμικές, ακόμη και με την υπονόμευση δικαιωμάτων από αυταρχικούς παράγοντες.

Ενδεικτική της προβληματικής προσέγγισης είναι και η ανάλυση της κάλυψης της υπόθεσης του Τζέφρι Έπσταϊν. Από σχεδόν ένα εκατομμύριο άρθρα που δημοσιεύθηκαν μεταξύ 2017 και Φεβρουαρίου 2026, ο όρος «βία κατά των γυναικών» εμφανιζόταν μόλις στο 0,1%. Αντίθετα, το 25% των άρθρων αναφερόταν στα «θύματα», ενώ το 26% επικεντρωνόταν σε έννοιες όπως «εξουσία», «χρήμα», «ελίτ» και «διαφθορά». Η προσέγγιση αυτή αποτυγχάνει να αναδείξει τη δομική διάσταση της έμφυλης βίας και τις ανισότητες που τη συντηρούν.

Η κύρια συντάκτρια της έκθεσης, Λούμπα Κασόβα, σημείωσε ότι η οπτική της ανισότητας των φύλων απουσιάζει σχεδόν πλήρως από τη συγκεκριμένη κάλυψη, γεγονός που εμποδίζει την κατανόηση των βαθύτερων αιτίων του φαινομένου. Η έμφαση σε επιμέρους στοιχεία, χωρίς σύνδεση με το ευρύτερο πλαίσιο, περιορίζει τη δυνατότητα ουσιαστικής ενημέρωσης και κοινωνικής ευαισθητοποίησης.
Την ίδια στιγμή, τα δεδομένα για την έκταση της βίας είναι αποκαλυπτικά. Υπολογίζεται ότι μία στις εννέα γυναίκες παγκοσμίως έχει υποστεί βία από άνδρα μέσα στους τελευταίους 12 μήνες, ενώ μία στις τρεις έχει βιώσει σωματική ή σεξουαλική βία κάποια στιγμή στη ζωή της. Δεδομένου ότι η καταγγελία τέτοιων περιστατικών συχνά συνοδεύεται από φόβο και κοινωνικό στίγμα, τα πραγματικά ποσοστά είναι πιθανότατα ακόμη υψηλότερα.

Παρά την έκταση του προβλήματος, η δημοσιογραφική κάλυψη παραμένει περιορισμένη και συχνά μη συμπεριληπτική. Όταν οι ιστορίες αυτές προβάλλονται, κυριαρχούν οι ανδρικές φωνές. Η έρευνα δείχνει ότι αναφέρονται περίπου 1,5 άνδρες για κάθε μία γυναίκα σε σχετικά άρθρα, ενώ μεταξύ των ειδικών που φιλοξενούνται, το 24% είναι άνδρες και μόλις το 17% γυναίκες. Η ανισορροπία αυτή επηρεάζει καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται η έμφυλη βία, συχνά αφήνοντας στο περιθώριο τις εμπειρίες των ίδιων των επιζωσών.

Παράλληλα, πολλές αφηγήσεις στα μέσα ενημέρωσης εξακολουθούν να αναπαράγουν στερεότυπα, σεξουαλικοποιώντας ή αντικειμενοποιώντας γυναίκες και κορίτσια, ακόμη και όταν αναφέρονται σε περιστατικά κακοποίησης. Αυτό ενισχύει μια κουλτούρα που δεν ευνοεί τη συμπερίληψη και δυσκολεύει τη δημιουργία ενός δημόσιου λόγου βασισμένου στον σεβασμό και την ισότητα.

Ένα ακόμη ανησυχητικό εύρημα αφορά την αύξηση της χρήσης του όρου «ιδεολογία του φύλου», ο οποίος συνδέεται με αντιδράσεις απέναντι στην ισότητα των φύλων. Οι αναφορές σε αυτόν τον όρο αυξήθηκαν ραγδαία τα τελευταία χρόνια, γεγονός που αντανακλά τη διείσδυση αφηγημάτων που επιχειρούν να υπονομεύσουν δικαιώματα και να κανονικοποιήσουν τον μισογυνισμό σε ορισμένα δημόσια και πολιτικά περιβάλλοντα.

Η έκθεση καταλήγει ότι απαιτούνται δομικές αλλαγές στον τρόπο που τα μέσα ενημέρωσης προσεγγίζουν το θέμα. Μεταξύ των προτάσεων περιλαμβάνονται η ενίσχυση της παρουσίας γυναικών δημοσιογράφων και συντακτριών, η τοποθέτηση των θυμάτων και των επιζωσών στο επίκεντρο της αφήγησης και η ανάδειξη των βαθύτερων κοινωνικών αιτίων της έμφυλης βίας, όπως οι ανισότητες εξουσίας, οι πατριαρχικές νόρμες και η κουλτούρα μισογυνισμού.

Σε μια εποχή όπου η συμπερίληψη και η διαφορετικότητα βρίσκονται στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου, η δημοσιογραφία καλείται να παίξει καθοριστικό ρόλο. Όχι μόνο καταγράφοντας τα γεγονότα, αλλά συμβάλλοντας ενεργά στην κατανόηση και την αντιμετώπιση ενός φαινομένου που παραμένει βαθιά ριζωμένο στις κοινωνίες. Γιατί χωρίς ορατότητα, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε αναγνώριση ούτε αλλαγή.

Κοινοποίηση αυτού του άρθρου