Γράφει η Ελπίδα Κοντομάρου, Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια, MSc Ψυχική Υγεία Εφήβων Γνωσιακή – Συμπεριφορική Προσέγγιση (CBT)
Η εφηβεία αποτελεί μια κρίσιμη αναπτυξιακή περίοδο κατά την οποία διαμορφώνονται βασικές αντιλήψεις γύρω από την ταυτότητα, το φύλο, τις διαπροσωπικές σχέσεις και τη συναισθηματική έκφραση. Οι συζητήσεις που αφορούν αυτά τα ζητήματα είναι καθοριστικής σημασίας, καθώς συνδέονται άμεσα με την ψυχοκοινωνική ευημερία των εφήβων και την εξελισσόμενη αυτοαντίληψή τους (Steinberg et al., 2018; Arnett et al., 2014).
Το φύλο δεν περιορίζεται σε βιολογικά χαρακτηριστικά, αλλά περιλαμβάνει κοινωνικές προσδοκίες, ρόλους και στερεότυπα που διαμορφώνονται και ενισχύονται μέσα από την οικογένεια, το σχολείο και τα μέσα ενημέρωσης. Σύμφωνα με τη θεωρία της κοινωνικής μάθησης, όταν οι έφηβοι εκτίθενται σε άκαμπτες ή προκατειλημμένες αντιλήψεις για το φύλο, αυξάνεται η πιθανότητα να βιώσουν σύγχυση, άγχος ή εσωτερικές συγκρούσεις, ιδιαίτερα όταν οι προσωπικές τους εμπειρίες δεν εναρμονίζονται με τα κυρίαρχα πρότυπα (Bussey & Bandura, 1999).
Οι φιλικές, οικογενειακές και πρώτες συναισθηματικές σχέσεις κατά την εφηβεία λειτουργούν ως πεδίο μάθησης για την επικοινωνία, τα όρια και τον σεβασμό. Η δυνατότητα να εκφράζεται κανείς ελεύθερα χωρίς φόβο κριτικής σχετίζεται με υψηλότερα επίπεδα συναισθηματικής νοημοσύνης και καλύτερη διαχείριση συγκρούσεων, όπως αναδεικνύουν μελέτες στη δυναμική των εφηβικών σχέσεων (Collins, Welsh & Furman, 2009).
Η συναισθηματική αγωγή αποτελεί θεμέλιο της υγιούς ανάπτυξης. Η ικανότητα αναγνώρισης και έκφρασης συναισθημάτων συνδέεται με χαμηλότερα επίπεδα άγχους και υψηλότερη ψυχική ανθεκτικότητα. Όταν οι ενήλικες αναγνωρίζουν και αποδέχονται τα συναισθήματα των εφήβων ως φυσιολογικά και έγκυρα, δημιουργείται ένα πλαίσιο ασφάλειας και εμπιστοσύνης που ενισχύει την αυτοεκτίμηση και την αίσθηση αποδοχής (Denham, 2006).
Η ανοιχτή επικοινωνία χωρίς προκαταλήψεις προϋποθέτει ενεργητική ακρόαση, αποφυγή ηθικολογίας και ουσιαστικό σεβασμό στις εμπειρίες και τις απόψεις των εφήβων. Τα ενήλικα πρόσωπα αναφοράς, όπως οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί, διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο όταν ενθαρρύνουν την κριτική σκέψη, αποδομούν τα στερεότυπα και προσφέρουν χώρο για έκφραση χωρίς φόβο στιγματισμού.
Σε αντίθετη περίπτωση, η σιωπή ή η απόρριψη μπορεί να ενισχύσει συναισθήματα ενοχής, απομόνωσης ή αυτοαμφισβήτησης. Επομένως, η ανάπτυξη ενός υποστηρικτικού περιβάλλοντος διαλόγου είναι απαραίτητη, όχι μόνο για την επίλυση συγκρούσεων, αλλά και για τη συνολική ενδυνάμωση του έφηβου ατόμου.
Συνολικά, η ενίσχυση ενός πλαισίου ανοιχτής, συμπεριληπτικής και μη επικριτικής επικοινωνίας γύρω από θέματα φύλου, σχέσεων και συναισθημάτων δεν είναι απλώς επιθυμητή, αλλά αναγκαία. Συντελεί αποφασιστικά στην οικοδόμηση ενήλικων με ενσυναίσθηση, αυτογνωσία και σεβασμό στη διαφορετικότητα. Σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται συνεχώς, η ενδυνάμωση των εφήβων μέσα από τον διάλογο αποτελεί επένδυση στο συλλογικό μέλλον.
