Cyberbullying, cyberstalking, παρακολούθηση, σεξιστικές επιθέσεις και διαρροή προσωπικού υλικού: η ψηφιακή βία έχει έμφυλη διάσταση και πλήττει ιδιαίτερα τις νέες γυναίκες. Τα στοιχεία της Eurostat και του EIGE δείχνουν ότι η προστασία των γυναικών δεν μπορεί να τελειώνει εκεί όπου αρχίζει η οθόνη.
Ο ψηφιακός κόσμος υποσχέθηκε περισσότερη ελευθερία, περισσότερη επικοινωνία και περισσότερες δυνατότητες έκφρασης. Για πολλές γυναίκες, όμως, έχει δημιουργήσει ταυτόχρονα έναν ακόμη χώρο στον οποίο μπορεί να δεχθούν παρενόχληση, εκφοβισμό, έλεγχο και βία.
Από τα υποτιμητικά και σεξιστικά μηνύματα μέχρι το cyberstalking, την παρακολούθηση της τοποθεσίας και τη μη συναινετική κοινοποίηση προσωπικού υλικού, η ψηφιακή βία δεν είναι «λιγότερο πραγματική» επειδή συμβαίνει πίσω από μια οθόνη.
Και, κυρίως, δεν μένει πάντα εκεί.
Η βία μπορεί να ακολουθήσει μια γυναίκα από τον δρόμο στο κινητό της και από το κινητό της πίσω στην καθημερινότητά της. Το online και το offline δεν αποτελούν δύο ξεχωριστούς κόσμους όταν ο φόβος, ο έλεγχος και η παρενόχληση περνούν από τον έναν στον άλλο.
Οι νέες γυναίκες εκτίθενται περισσότερο σε εχθρικό περιεχόμενο
Τα στοιχεία της Eurostat για το 2025 αποτυπώνουν μια ανησυχητική πραγματικότητα. Το 57,2% των γυναικών ηλικίας 16 έως 24 ετών στην Ευρωπαϊκή Ένωση δήλωσε ότι είχε συναντήσει στο διαδίκτυο εχθρικά ή υποτιμητικά μηνύματα, είτε αυτά απευθύνονταν στις ίδιες είτε σε άλλους ανθρώπους. Στους άνδρες της ίδιας ηλικιακής ομάδας το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 50,4%.
Η διαφορά δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Οι πολιτικές και κοινωνικές απόψεις αποτέλεσαν το συχνότερο αντιληπτό αίτιο τέτοιων επιθέσεων, με ποσοστό 42,5% μεταξύ των νέων γυναικών. Ακολούθησαν η φυλετική ή εθνοτική καταγωγή με 38,2% και ο σεξουαλικός προσανατολισμός με 37,8%.
Παράλληλα, το 34,3% των νέων γυναικών είχε συναντήσει εχθρικό ή υποτιμητικό περιεχόμενο που συνδεόταν με τη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις, ενώ το 30,9% είχε δει αντίστοιχα μηνύματα που στόχευαν ανθρώπους λόγω φύλου.
Σε όλες τις κατηγορίες που εξετάζει η Eurostat, τα ποσοστά των νέων γυναικών ήταν υψηλότερα από εκείνα των νέων ανδρών.
Πρόκειται για μια σημαντική υπενθύμιση ότι η συζήτηση για τη διαφορετικότητα και τη συμπερίληψη δεν μπορεί να αφορά μόνο το ποιος έχει πρόσβαση στον ψηφιακό δημόσιο χώρο. Πρέπει να αφορά και το ποιος μπορεί να βρίσκεται σε αυτόν χωρίς να φοβάται ότι θα γίνει στόχος λόγω του φύλου, της καταγωγής, της ταυτότητας, της σεξουαλικότητας ή των πεποιθήσεών του.
Cyberstalking: Όταν η τεχνολογία γίνεται εργαλείο ελέγχου
Η διαδικτυακή παρενόχληση είναι μόνο μία πλευρά του προβλήματος.
Το stalking –η επίμονη και ανεπιθύμητη παρακολούθηση, παρενόχληση ή καταδίωξη ενός ανθρώπου– παραμένει σοβαρή μορφή βίας. Σύμφωνα με στοιχεία για το 2021, περίπου τρεις στις δέκα γυναίκες ηλικίας 18 έως 29 ετών στην ΕΕ, ποσοστό 28,3%, δήλωσαν ότι είχαν βιώσει stalking.
Τα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων (EIGE) αναδεικνύουν ακόμη περισσότερο την ψηφιακή διάσταση του φαινομένου: το 8,5% των γυναικών έχει υποστεί cyberstalking, ενώ το 10,2% δήλωσε ότι σύντροφός τους παρακολουθούσε ή εντόπιζε την τοποθεσία τους.
Ιδιαίτερα έντονο είναι το φαινόμενο στις νεότερες γυναίκες. Στην ηλικιακή ομάδα 18 έως 24 ετών, το 23% δηλώνει ότι έχει βιώσει κάποια στιγμή στη ζωή του cyberstalking. Το ποσοστό διαμορφώνεται στο 12% στις ηλικίες 25 έως 49 ετών, στο 5% στις ηλικίες 50 έως 64 ετών και στο 1% στις γυναίκες 65 έως 74 ετών.
Πίσω από αυτά τα ποσοστά βρίσκονται γυναίκες που μπορεί να αναγκάζονται να αλλάξουν τις καθημερινές τους συνήθειες, να περιορίσουν την παρουσία τους στα social media ή να αισθάνονται ότι κάποιος μπορεί ανά πάσα στιγμή να γνωρίζει πού βρίσκονται και τι κάνουν.

Η online και η offline βία είναι συχνά η ίδια ιστορία
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα είναι η σύνδεση της ψηφιακής με τη βία που εκδηλώνεται μέσα στις σχέσεις και στον φυσικό χώρο.
Το 16% των γυναικών που έχουν υποστεί σωματική βία από σύντροφο έχουν βιώσει επίσης cyberstalking από οποιονδήποτε δράστη, έναντι 7% μεταξύ των γυναικών που δεν έχουν βιώσει σωματική βία από σύντροφο.
Αντίστοιχα, μεταξύ των γυναικών που έχουν υποστεί ψυχολογική βία από σύντροφο, το 14% αναφέρει εμπειρία cyberstalking. Στις γυναίκες που δεν έχουν βιώσει αντίστοιχη ψυχολογική βία, το ποσοστό περιορίζεται στο 6%.
Τα δεδομένα αυτά καταρρίπτουν την αντίληψη ότι η ψηφιακή κακοποίηση είναι απλώς ένα δυσάρεστο περιστατικό στο διαδίκτυο.
Η τεχνολογία μπορεί να μετατραπεί σε προέκταση της κακοποίησης.
Ένα κινητό μπορεί να γίνει μέσο παρακολούθησης. Ένας λογαριασμός στα social media μπορεί να γίνει πεδίο εκφοβισμού. Μια προσωπική φωτογραφία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο απειλής. Η συνεχής αποστολή μηνυμάτων μπορεί να γίνει μέσο ελέγχου.
Η ψηφιακή βία, επομένως, δεν είναι μια παράλληλη μορφή βίας. Σε αρκετές περιπτώσεις αποτελεί συνέχεια, ενίσχυση ή επέκταση της έμφυλης βίας που μια γυναίκα βιώνει ήδη εκτός διαδικτύου.
Από τα σεξιστικά σχόλια στη διαρροή προσωπικού υλικού
Η ψηφιακή κακοποίηση μπορεί να πάρει πολλές μορφές: προσβλητικά και σεξιστικά μηνύματα, απειλές, επίμονη ανεπιθύμητη επικοινωνία, παρακολούθηση, διάδοση ψευδών πληροφοριών, δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων και κοινοποίηση ή απειλή κοινοποίησης προσωπικών ή τροποποιημένων φωτογραφιών και βίντεο χωρίς συναίνεση.
Οι μορφές αλλάζουν, όμως ο πυρήνας παραμένει κοινός: η προσπάθεια εκφοβισμού, ταπείνωσης, φίμωσης ή ελέγχου μιας γυναίκας μέσω της τεχνολογίας.
Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όταν μιλάμε για συμπερίληψη. Ένας ψηφιακός χώρος στον οποίο μια γυναίκα πρέπει να περιορίσει τη φωνή, την εικόνα, την ταυτότητα ή την παρουσία της για να προστατευθεί δεν είναι πραγματικά συμπεριληπτικός.
Γιατί τόσες γυναίκες δεν καταγγέλλουν;
Ίσως ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία αφορά όσα δεν καταγράφονται.
Μεταξύ των γυναικών που έχουν βιώσει cyberstalking μέσω πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης, μόνο ένα περιορισμένο ποσοστό προχώρησε σε αναφορά του περιστατικού στην ίδια την πλατφόρμα.
Τα ποσοστά κυμαίνονται από μόλις 6,3% στην Τσεχία έως 27,8% στην Ιρλανδία.
Το ερώτημα, όμως, δεν πρέπει να είναι μόνο «γιατί δεν το κατήγγειλε;».
Πρέπει να είναι: Τι κάναμε ώστε να αισθανθεί ότι μπορεί να το καταγγείλει; Γνώριζε πού να απευθυνθεί; Πίστευε ότι θα την ακούσουν; Είχε εμπιστοσύνη ότι θα προστατευθεί; Ή φοβόταν ότι θα αμφισβητηθεί, θα εκτεθεί περισσότερο ή τελικά δεν θα αλλάξει τίποτα;
Η ευθύνη δεν μπορεί να μεταφέρεται στη γυναίκα που δέχεται τη βία.
Η προστασία των γυναικών είναι υπόθεση όλων
Η αντιμετώπιση της ψηφιακής βίας απαιτεί περισσότερα από ένα «block» και ένα «report».
Απαιτεί αποτελεσματικούς μηχανισμούς καταγγελίας, θεσμική προστασία, ενημέρωση και εκπαίδευση, λογοδοσία των δραστών και ουσιαστική ανταπόκριση από τις ψηφιακές πλατφόρμες. Απαιτεί, επίσης, μια κοινωνία που δεν αντιμετωπίζει τη διαδικτυακή παρενόχληση ως κάτι που μια γυναίκα οφείλει απλώς να υπομείνει επειδή επέλεξε να είναι παρούσα και ορατή online.
Γιατί η διαφορετικότητα χωρίς ασφάλεια δεν αρκεί. Και η συμπερίληψη δεν μπορεί να υπάρχει μόνο στα λόγια.
Συμπερίληψη σημαίνει μια γυναίκα να μπορεί να μιλά χωρίς να φοβάται ότι θα απειληθεί. Να δημοσιεύει χωρίς να φοβάται ότι θα παρακολουθηθεί. Να συμμετέχει χωρίς να αναγκάζεται να κρύβεται. Να υπάρχει στον ψηφιακό χώρο με την ίδια ελευθερία που διεκδικεί και στον φυσικό.
Η ψηφιακή βία κατά των γυναικών είναι πραγματική βία. Και η αντιμετώπισή της δεν είναι ευθύνη των γυναικών που τη βιώνουν.
Είναι ευθύνη θεσμών, πλατφορμών και κοινωνίας να δημιουργήσουν έναν ψηφιακό κόσμο στον οποίο καμία γυναίκα δεν θα χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στη φωνή της και στην ασφάλειά της.
