Περίπου 30 χώρες έχουν θεσπίσει νομοθετικές διατάξεις που αφορούν ειδικά τη γυναικοκτονία, είτε αναγνωρίζοντάς την ως αυτοτελές αδίκημα είτε ενσωματώνοντας το έμφυλο κίνητρο στην ποινική αντιμετώπιση των ανθρωποκτονιών. Οι πρώτες σχετικές νομοθετικές πρωτοβουλίες εμφανίστηκαν κυρίως στην Κεντρική και τη Νότια Αμερική, ενώ τα τελευταία χρόνια ακολούθησαν και ευρωπαϊκά κράτη.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, η γυναικοκτονία δεν αποτελεί αυτοτελές ποινικό αδίκημα. Η συζήτηση για τη νομική αναγνώρισή της έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια, παράλληλα με τη δημόσια συζήτηση για την έμφυλη και την ενδοοικογενειακή βία.
Μετά τη δολοφονία της Ελένης Τοπαλούδη, τον Νοέμβριο του 2018, ο όρος «γυναικοκτονία» άρχισε να χρησιμοποιείται πολύ περισσότερο στον δημόσιο λόγο. Σήμερα χρησιμοποιείται για να περιγράψει δολοφονίες γυναικών και κοριτσιών στις οποίες το φύλο αποτελεί κρίσιμο στοιχείο του εγκλήματος.
Η έμφυλη βία, άλλωστε, δεν αποτελεί περιθωριακό φαινόμενο. Σύμφωνα με διεθνείς οργανισμούς, περίπου μία στις τρεις γυναίκες παγκοσμίως έχει βιώσει σωματική ή σεξουαλική βία στη διάρκεια της ζωής της, συχνά από σύντροφο ή άλλο πρόσωπο του στενού περιβάλλοντός της.
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στη στιγμή της κακοποίησης. Η βία συνδέεται με σοβαρές επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική υγεία, από κατάθλιψη και μετατραυματικό στρες έως σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες και, στις ακραίες περιπτώσεις, τον θάνατο.
Τι είναι η γυναικοκτονία
Ως γυναικοκτονία περιγράφεται η ανθρωποκτονία γυναίκας ή κοριτσιού που συνδέεται με έμφυλα κίνητρα. Η έννοια επιχειρεί να αναδείξει ότι ορισμένες δολοφονίες δεν μπορούν να εξεταστούν αποκομμένες από τις έμφυλες ανισότητες, τον μισογυνισμό, προηγούμενα περιστατικά κακοποίησης ή σχέσεις ελέγχου και εξουσίας.
Η χρήση του όρου σηματοδοτεί και μια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται εγκλήματα που στο παρελθόν συχνά περιγράφονταν ως «εγκλήματα πάθους» ή οικογενειακές τραγωδίες.
Η αλλαγή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την πρόληψη. Όταν μια δολοφονία εξετάζεται σε συνέχεια προηγούμενων περιστατικών ενδοοικογενειακής ή έμφυλης βίας, γίνεται ευκολότερο να εντοπιστούν μοτίβα κλιμάκωσης και παράγοντες κινδύνου.
Τι συνέβη στις χώρες που άλλαξαν τη νομοθεσία τους
Η νομική αναγνώριση της γυναικοκτονίας δεν έχει πάρει παντού την ίδια μορφή. Σε ορισμένες χώρες θεσπίστηκε αυτοτελές αδίκημα. Σε άλλες, το φύλο ή το έμφυλο κίνητρο ενσωματώθηκε ως ιδιαίτερο στοιχείο στην ποινική αντιμετώπιση μιας ανθρωποκτονίας.
Οι χώρες της Κεντρικής και της Νότιας Αμερικής βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή αυτών των αλλαγών. Η βασική παραδοχή πίσω από τη μεταρρύθμιση ήταν ότι συγκεκριμένες δολοφονίες γυναικών δεν αποτελούσαν τυχαία ή μεμονωμένα εγκλήματα, αλλά συνδέονταν με το φύλο των θυμάτων και με ευρύτερες κοινωνικές ανισότητες.
Οι νομοθετικές αλλαγές είχαν διαφορετικές συνέπειες ανά χώρα. Σε αρκετές περιπτώσεις αυστηροποιήθηκαν οι ποινές, περιορίστηκαν ελαφρυντικά που ιστορικά χρησιμοποιούνταν για εγκλήματα σε βάρος γυναικών και δημιουργήθηκαν ειδικά πρωτόκολλα διερεύνησης.
Αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι οι αρχές καλούνται να εξετάζουν εάν υπήρχε προηγούμενο ιστορικό ενδοοικογενειακής βίας, απειλών, καταδίωξης ή άλλων μορφών έμφυλης κακοποίησης.
Μία ακόμη σημαντική αλλαγή αφορά τα δεδομένα. Η ξεχωριστή καταγραφή των γυναικοκτονιών επιτρέπει τη δημιουργία πληρέστερων βάσεων δεδομένων και βοηθά ερευνητές, θεσμούς και οργανώσεις να κατανοήσουν καλύτερα την έκταση και τα χαρακτηριστικά του φαινομένου.
Αρκεί ένας νόμος;
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η απάντηση είναι πιο σύνθετη.
Η θέσπιση ενός νόμου δεν συνεπάγεται αυτομάτως μείωση των γυναικοκτονιών. Σε αρκετές χώρες της Λατινικής Αμερικής, παρά την ποινικοποίηση και τις αυστηρότερες κυρώσεις, ο αριθμός των θυμάτων παραμένει υψηλός.
Η περίπτωση της Βραζιλίας είναι χαρακτηριστική. Παρά την υιοθέτηση αυστηρότερου νομοθετικού πλαισίου για την έμφυλη και ενδοοικογενειακή βία και την αναγνώριση της γυναικοκτονίας, η χώρα εξακολούθησε να καταγράφει πολύ υψηλά επίπεδα δολοφονιών γυναικών.
Αυτό αναδεικνύει ένα κρίσιμο ζήτημα: η ποινική αντιμετώπιση αποτελεί μόνο ένα μέρος της απάντησης.
Χρειάζονται παράλληλα αποτελεσματικοί μηχανισμοί πρόληψης, εκπαίδευση των αρμόδιων αρχών, ασφαλείς δομές φιλοξενίας, οικονομική και νομική υποστήριξη των θυμάτων, έγκαιρη ανταπόκριση στις καταγγελίες και εκπαίδευση γύρω από την ισότητα, τη συναίνεση και τα έμφυλα στερεότυπα.
Η νομική αναγνώριση, ωστόσο, μπορεί να προσφέρει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό: ορατότητα. Ένα φαινόμενο που συχνά αντιμετωπιζόταν ως ιδιωτική ή οικογενειακή υπόθεση αποκτά θεσμική υπόσταση και μπορεί να καταγραφεί και να μελετηθεί συστηματικά.
Η ευρωπαϊκή εικόνα
Η Ευρώπη κινήθηκε αργότερα προς αυτή την κατεύθυνση.
Η Κύπρος έχει προχωρήσει σε θεσμική αναγνώριση του έμφυλου κινήτρου σε συγκεκριμένες δολοφονίες γυναικών, ενώ η Μάλτα ενσωμάτωσε σχετικές προβλέψεις στον Ποινικό Κώδικα το 2022. Η Κροατία εισήγαγε ξεχωριστό αδίκημα το 2024 και η Ιταλία ακολούθησε με νομοθετική παρέμβαση το 2025.
Άλλα ευρωπαϊκά κράτη έχουν επιλέξει διαφορετικές νομοθετικές προσεγγίσεις, ενσωματώνοντας στοιχεία της έμφυλης βίας σε επιμέρους διατάξεις.
Οι διαφορετικές προσεγγίσεις δείχνουν ότι δεν υπάρχει ένα ενιαίο νομικό μοντέλο. Υπάρχει, όμως, μια κοινή συζήτηση: με ποιον τρόπο το ποινικό δίκαιο μπορεί να αποτυπώσει ότι ορισμένες ανθρωποκτονίες συνδέονται με έμφυλες σχέσεις εξουσίας και διακρίσεις.
Τι συμβαίνει στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, η συζήτηση για τη νομική αναγνώριση της γυναικοκτονίας εντάθηκε ιδιαίτερα το 2021, όταν μια σειρά δολοφονιών γυναικών προκάλεσε έντονη κοινωνική αντίδραση.
Τον Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς, ο τότε εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Βασίλης Πλιώτας, εξέδωσε εγκύκλιο στην οποία αναφερόταν ρητά στη γυναικοκτονία και επισήμαινε την ανάγκη ιδιαίτερης εγρήγορσης των εισαγγελικών αρχών απέναντι σε περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας.
Οι εισαγγελικές αρχές καλούνταν να μην υποτιμούν καταγγελίες και αναφορές κακοποίησης και να ενεργοποιούν έγκαιρα τους διαθέσιμους μηχανισμούς προστασίας.
Την ίδια περίοδο τέθηκε και το ζήτημα της ενδεχόμενης εισαγωγής της γυναικοκτονίας ως διακεκριμένης μορφής ανθρωποκτονίας στον Ποινικό Κώδικα.
Η πρόταση δεν υιοθετήθηκε. Η τότε πολιτική ηγεσία του υπουργείου Δικαιοσύνης αποδέχθηκε τη χρήση του όρου σε κοινωνικό επίπεδο, αλλά όχι τη θεσμοθέτησή του ως αυτοτελούς νομικής κατηγορίας. Αντί γι’ αυτό, αυστηροποιήθηκε συνολικά η ποινική αντιμετώπιση της ανθρωποκτονίας.
Οι ελλείψεις στην προστασία των θυμάτων
Η συζήτηση, όμως, δεν εξαντλείται στον Ποινικό Κώδικα.
Η GREVIO, η ανεξάρτητη ομάδα εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου της Ευρώπης που παρακολουθεί την εφαρμογή της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, έχει επισημάνει την ανάγκη περαιτέρω μέτρων στην Ελλάδα για την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών.
Μεταξύ των ζητημάτων που έχουν τεθεί βρίσκονται οι υπηρεσίες για θύματα σεξουαλικής βίας, η προστασία γυναικών και παιδιών, η αντιμετώπιση περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας σε διαδικασίες επιμέλειας και επικοινωνίας, καθώς και η πρόσβαση γυναικών που ζητούν άσυλο σε ασφαλή καταλύματα, διερμηνεία και νομική υποστήριξη.
Οι παρατηρήσεις αυτές επαναφέρουν τη συζήτηση στην ουσία: ένας νόμος μπορεί να δημιουργήσει ένα θεσμικό πλαίσιο, αλλά η αποτελεσματικότητά του εξαρτάται από όσα συμβαίνουν πριν μια υπόθεση φτάσει στο δικαστήριο.
Η αναγνώριση ως εργαλείο και όχι ως μοναδική λύση
Η δικηγόρος Μαρία Αποστολάκη από το Κέντρο Διοτίμα επισημαίνει ότι η νομική αναγνώριση είναι σημαντική, χωρίς όμως να αποτελεί από μόνη της λύση.
Όπως εξηγεί, η καταγραφή των γυναικοκτονιών ως εγκλημάτων με έμφυλη διάσταση μπορεί να συμβάλει στη συλλογή αξιόπιστων δεδομένων και, κατ’ επέκταση, στον σχεδιασμό αποτελεσματικότερων πολιτικών πρόληψης.
Παράλληλα, η αντιμετώπιση της έμφυλης βίας απαιτεί παρεμβάσεις πολύ πριν από το έγκλημα: από την εκπαίδευση και την καταπολέμηση του σεξισμού έως την προστασία των ανθρώπων που βρίσκονται σε κίνδυνο και την ουσιαστική ανταπόκριση των θεσμών στις καταγγελίες.
Η συζήτηση για τη γυναικοκτονία, επομένως, δεν αφορά μόνο το πώς θα ονομαστεί ένα έγκλημα αφού έχει συμβεί.
Αφορά το εάν μια κοινωνία μπορεί να αναγνωρίζει εγκαίρως τα μοτίβα βίας που προηγούνται, να καταγράφει με ακρίβεια το πρόβλημα και να δημιουργεί τις συνθήκες ώστε γυναίκες και κορίτσια να μπορούν να ζουν με ασφάλεια, ελευθερία και ισότιμη πρόσβαση στην προστασία και τη δικαιοσύνη.
